Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα "δικά" μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Τα "δικά" μου. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

INTERIORS

Vilhelm Hammershoi, Interior, Strangade 30, (1909)
(από
εδώ)


ΔΥΟ ΣΙΩΠΕΣ

Ι
Απαλά, πουπουλένια σκιρτήματα στον περιστερώνα∙
ένα στρίψιμο του λαιμού, ένα ανάδεμα των φτερών,
στις φωτεινές γρίλιες που αφήνουν οι σανιδένιοι τοίχοι_
όσο περίτεχνοι, όσο καλά μονταρισμένοι κι αν είναι–
σαν υπόνοια κάγκελων φυλακής∙
σκοποί ζεσταμένοι κι εκτοπισμένοι σαν νερό
που ξεχείλισε απ' το μπάνιο αναζητώντας ένα καλούπι:
μια μικρή παράσταση, με τη ζωηράδα τους συγκαλυμμένη,
με τη λευκότητά τους αντιληπτή παρά το σκοτάδι.

ΙΙ
Τα παιδιά σωπαίνουν με το αζημίωτο
Στα σεμνότυφα στόματα, στα ασκητικά βλέμματα,
υπάρχει κάποια μομφή. Ή μήπως εγώ είμαι που,
όταν ένα ένα παρεκτρέπονται
και επιστρέφουν στη φυσική κατάσταση
του θορύβου, θα ‘θελα να αφουγκράζονταν
πιο πολύ τον κόσμο, και να τον αμφισβητούσαν λιγότερο∙ θα ‘θελα
για τον εαυτό μου ένα πρόσχημα για να σωπαίνω,
ή αν μιλώ, να μιλώ καταναγκαστικά;

Φράνσις Λέβιστον


σιωπή (αντιστίξεις ατάκτως ερριμμένες):
χώρος ή κατάσταση;
φυλακή ή ελευθερία;
μομφή ή έπαθλο;
σκοπός ή μέσον;
πλούτος ή ένδεια;
αρετή (“κρείττον το σιγάν”) ή ιδιοτέλεια (“κρύβε λόγια”);
γυαλί που σπάει (διαφάνεια;) ή υγρό που ρέει (αίμα;);
φως ή σκοτάδι;
(και πάντως, και κυρίως) επιλογή ή καταναγκασμός;

εντέλει, “όσα δε φτάν’ η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια” ή “…πηδάει και τα φτάνει”;


TWO SILENCES

Ι
Soft, feathered stirrings in the dovecote;

a quirk of napes, a distinction of quills,/

in the slats of light the clapboard walls-/

no matter how well-made, how dove-tailed_/

admit, their suggestion of prison bars;/

airs warmed and displaced as water/

poured off the bath to discover a form:/

a number given, their quickness covered,/

their whiteness understoοd despite the dark./

II

The kids are doing sponsored silences./i

n the prim mouths, the ascetic looks,/

there is some reproach. Or is it in me,/

when one by one the forget themselves/

and return to the natural condition/

of noise, that I wish they had listened/

more to the world, and questioned less; I wish/

for myself an excuse to be silent,/

or if I speak, to speak from some duress?/

Frances Leviston


Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

Έκτακτο περιστατικό οξείας νοσταλγίας





ΚΕΔΡΙΣΟΣ (απόσπασμα)

......................................................

Τίποτα το μεγάλο το έκτακτο
σ' αυτόν τον τόπο για να το θυμάσαι
μια ρηχή κοίτη που στεγνώνει ο Αύγουστος
και το νερό δε φτάνει.
Ξηρός της αγριόχηνας ο γόνος
ανάλαφρος για να πετά ο βολβός
στην άμμο του άγριου κρίνου, εκεί
της εφηβείας μας το κογχύλι.

Βαθιά κρυμμένος σα χοχλάδι
της καλαμιάς ο κόντυλος έχει κρατήσει
το αχ του έρωτα και του θανάτου
και γύρω στην αδιάφορη αμμουδιά
πάλι και πάλι το ίδιο κύμα-σήμα.

Δε λησμονώ τη λάσπη, εκείνη την ύλη
που κράτησε το σπόρο ζωντανό, το φύτρο,
μέσα στο σπάρτο τ' αόρατο λιακόνι
μαζεύονταν για να σου επιτεθεί,
ο ήλιος το σαγήνεψε το μεσημέρι,
τα βήματά της τα κατάπιε ο Λίβας.

Πόσα να δώσω αρχίζοντας απ’ την ψυχή
για ν’ αποκτήσω το μικρό μου σπίτι
την κάμαρη και την αυλή του.
Πίσω απ΄ τις θίνες ήτανε σαν κρίνο
στο λιβαδάκι που κυλούσε ο Κεδρισός
ανάμεσα στην κίτρινη έρημο
και το γιαλό με τις κροκάλες∙
καθώς περνούσε κυνηγός σπίθιζαν
και ξεσμηλιώναν τα πουλιά.

Πρέπει τους θησαυρούς μου να μαζέψω
να βρω εκείνον που θα μεσιτέψει
για την αιματηρή συναλλαγή,
να ξαναπάω εκεί απ’ όπου ορμήθηκα
για να ‘ρθώ στην ανώνυμη αρένα.
Γύρω γύρω βουνά γυμνά ας είναι ιοστέφανα
κλειστό ένα λιμάνι δυτικά
με τους απαγορευμένους πλόες.

Για τον άνεμο τις γράφω αυτές τις λέξεις
για της Νήσου τον άνακτα τις δένω
μέσα στον στρόβιλο και στον αφρό.
Κι αυτό το άσπρο χαρτί χαρακωμένο
σε παντογράφο του τυφλού
θα τις σηκώσει και στο κενό θα τις φυσήξει
μαζί με το σεισμό της καλαμιάς.

Ας φύγουν οι λέξεις αν μπορούν ας φύγουν
ας πέσει μόνο ο σπόρος.

……………………………………………………



Ο Κεδρισός ουράνιος είναι ποταμός
στην Κυδωνία ρέει το είδωλό του
παραπλανά τις λεύκες ασημένιος.
Εκεί επάνω τρέχει και παφλάζει
στης εκβολής του την παλίνδρομη φυγή
εκεί μαζεύονται οι ψυχές που αφήσανε
το κάλλος τους το κέλυφός τους.

Ο φλοίσβος είναι λέξη του νερού
η τρικυμία είναι της τρίαινας.
Η θάλασσα ανοιχτή κι απέραντη
με τ’ αναρίθμητά της άλφα
.

Β ι κ τ ω ρ ί α Θ ε ο δ ώ ρο υ

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2009

Γράμμα από τον θεό της απαντήσεως

ΠΕΡΑΣΑ

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.

Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,

εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια

και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,

στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.

Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.

Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι

όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Κική Δημουλά, Το λίγο του κόσμου, 1971




Το αντίθετο της λύπης δεν είναι η χαρά _aka "χαζό παιδί χαρά γεμάτο"_ είναι η χαρμολύπη, η παραμυθία τού να χάνεις συνειδητά τη μάχη με την υπαρξιακή λύπη, για να αξιωθείς τη δωρεά της γνώσης και της κατανόησης∙ ναι, καταλαβαίνω


χαρμολύπη (η)(χωρίς πληθ.) = ανάμικτο συναίσθημα χαράς και λύπης.
(ΕΤΥΜ. μεσν < αρχ. χάρμη "χαρά (της μάχης)" (< χαίρω) + λύπη).

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

Επιζητώντας τον χαμένο χρόνο

"Ακριβώς έτσι χάνεται ο χρόνος"∙ ανάμεσα σε ιστούς σελίδων όπου, παγιδευμένο σαν μικρό ανίσχυρο τζιτζίκι, το εγώ μας αδυνατεί να αναμετρηθεί με την πανίσχυρη αυταπάτη. Έτσι χάνεται ο ακριβός χρόνος, από την απερίσκεπτη άρνηση να καταβάλουμε λύτρα στην πραγματικότητα και την κουτοπόνηρη πεποίθηση πως εμείς, τραγουδώντας, θα καταφέρουμε να τον ανταλλάξουμε με καιρό. Μετά άντε να εξηγείς στο φθαρτό σαρκίο σου (όταν, κάθε βράδυ ύστερα από τη μάχη, μυστικά καταμετράς τα σημάδια της φθοράς του) γιατί τα σκάτωσες στις διαπραγματεύσεις με τον Διάβολο.

René Magritte, Le temps traversé, 1939


(H πρώτη φράση είναι ένα πρακτικό σχόλιο φίλης και δεν είναι _αν και θα μπορούσε και όφειλε_ στίχος∙ τα υπόλοιπα είναι «τα δικά μου» και αδυνατούν_ακόμη και αν όφειλαν_να γίνουν στίχοι∙ και όλο αυτό το ελαφρώς ασυνάρτητο είναι μια γιορτινή «ξεπέτα» _η δική μου χαμένη αψιμαχία με την αυταπάτη.)



2 μ.μ.
Υ.Γ. Δεν είναι
πια γιορτινή η "ξεπέτα" _αλλά το θέμα της δεν παύει να είναι ο Χρόνος κι ο καιρός... Καλό σου ταξίδι, Ωραία μου!

Κυριακή, Ιανουαρίου 18, 2009

"Sólo un instante"


Ennio Morricone, "Gabriel's oboe" from The mission


[...]

_η ζωή, πότε ήταν πράγματι δική μας;
πότε είμαστε ό,τι είμαστε στ’ αλήθεια;
και μόνοι μας εν τέλει είμαστε πάντα
μονάχα ένα κενό, μια ζάλη, σ’ έναν
καθρέφτη μορφασμοί, ναυτία και τρόμος,
δεν είν’ ποτέ η ζωή δική μας, είναι
άλλων, δεν είναι κανενός, όλοι είμαστε
η ζωή _ψωμί του ήλιου για τους άλλους,
όλους τους άλλους που είμαστε ίδιοι_,
είμαι ένας άλλος όταν είμαι, οι πράξεις μου
είν’ πιο δικές μου όταν ανήκουν σ’ όλους,
για να ’μαι εγώ πρέπει να είμαι άλλος,
να βγω απ’ το εγώ, να με ζητήσω σ’ άλλους,
τους άλλους που δεν είναι αν δεν υπάρχω,
τους άλλους που πληρούν την ύπαρξή μου,
είμαι δεν έχει ή εγώ, εμείς μονάχα,
πάντα η ζωή είναι άλλη, αλλού, πιο πέρα,
πέρ’ από σένα ή εμένα, πάντα ορίζοντες,
ζωή που μας ποθεί και μας διχάζει,
μας δίνει πρόσωπο και το τσακίζει,
πείνα του είναι, ω θάνατε, ψωμί όλων,


[...]


ΟΚΤΑΒΙΟ ΠΑΣ, Ηλιόπετρα, μετάφραση-επίμετρο Κώστας Κουτσουρέλης, δίγλωσση έκδοση, Μαΐστρος, Αθήνα 2007




(εκεί που το οφείλω...)

Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2008

Η επιμονή της μνήμης

Σαλβαδόρ Νταλί, Η επιμονή της μνήμης


Η Ανάμνηση ξανά πια δεν βλασταίνει
‘Ο,τι κι αν κάνεις, αν χάσει τις ρίζες_
Το Χώμα κι αν σωριάσεις γύρω-γύρω
Και όρθια καταφέρεις να τη στήσεις
Ίσως ξεγελαστεί η Οικουμένη
Αλλ’ όμως το Φυτό δεν θ’ αναστήσεις_
Η Μνήμη η γνήσια φορά παπούτσια
Φτιαγμένα από την Αντοχή του Κέδρου_
Μα ούτε να Την κόψεις θα μπορέσεις
Αν έχει έστω μια φορά βλαστήσει_
Πάλι τα σιδερένια της Μπουμπούκια
Θ’ ανθίσουνε, όσες φορές κι αν πέσουν_


(Emily Dickinson, poem 1508)



Wim Mertens, Often a bird

Τάδε έφη Έμιλυ. Εγώ, πάλι, λέω (άσχετα):
Ξεχνώ σημαίνει αρκούμαι να θυμάμαι.

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 27, 2008

Το αίνιγμα ενός φθινοπωρινού απογεύματος

Enigma di un pomeriggio d' Autuno, Giorgio De Chirico, c.1910


Μιας και ο ζωγράφος πίστευε πως «ένα έργο ζωγραφικής έχει μουσική από μόνο του», κλείνω απλώς τα μάτια κι αφήνω το μετείκασμα να απελευθερώσει τις μυστικές του συγχορδίες.

[Ωστόσο, ίσως να μην αρνιόταν για συνοδεία μερικούς στίχους του φίλου του:

...
Passons passons puisque tout passe
Je me retournerai souvent

Les souvenirs sont cors de chasse
Dont meurt le bruit parmi le vent

(Guillaume Apollinaire, "Cors de chasse", Alcools, 1913)

κάτι σαν

Περνάμε περνάμε μιας κι όλα περνούν
Συχνά θα επιστρέφω

Οι αναμνήσεις είναι κυνηγετικές σάλπιγγες
Που σβήνει η βουή τους μες στον άνεμο

χωρίς το μέτρο και τη ρίμα, τη μουσική τους.]


Αφιερωμένο στον Νάρκισσο που αγαπά τα αινίγματα και που με ρώτησε αν, εκτός απ' όλα τα τα πρωινά του κόσμου, είναι και όλα τα απογεύματα χωρίς επιστροφή. Ξέρω 'γώ, καλή μου; Ξέρουν αυτοί; Ξέρει κανείς πριν απ' το τέλος αν έχει χάσει οριστικά τον χρόνο _τα θραύσματα του χρόνου, τις στιγμές_ που θέλει σαν τρελός να ξαναζήσει;

Σάββατο, Σεπτεμβρίου 20, 2008

Tous les matins du monde sont sans retour...


Sainte-Colombe, Suite pour viola da gamba, mov. 1-2

...μα σπάνια το σκεφτόταν, εκτός από τη μέρα εκείνη που ένα τρυφερό παλιοκαιρίτικο πρωτοβρόχι ξέπλυνε τις τελευταίες πορφυρές γάζες του καλοκαιρινού ουρανού κι έκανε πλωτή την επιστροφή στον καινούργιο παλιό κόσμο...

Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 08, 2008

"Τι θα 'ναι άραγε η θάλασσα;"

Ο ουρανός είναι γεμάτος ροζ αχηβάδες. Αν ο ουρανός είναι η ακτή, τι θα ‘ναι άραγε η θάλασσα; Είναι η ώρα η πιο μυριστική. Κοιμήσου ειρηνικά. Τα πρώτα βήματα στον δρόμο. Ένας εργάτης περνάει. Και τα πουλιά.

(Μαρίνα Τσβετάγεβα, Γράμματα στον Ελικώνα,εκδόσεις Γαβριηλίδης, μετάφραση Δήμητρα Κονδυλάκη)



Έγραψε τόσα σπουδαία ποιήματα κι εγώ τη ζηλεύω για κάτι τόσο απλό∙ ίσως γιατί απόψε το σούρουπο ο ουρανός πίσω από τον Υμηττό είχε το χρώμα μιας ροζ αχηβάδας…

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

End of Summer (1)


As imperceptibly as Grief
The Summer lapsed away—
Too imperceptible at last
To seem like Perfidy—
A Quietness distilled
As Twilight long begun,
Or Nature spending with herself
Sequestered Afternoon—
The Dusk drew earlier in—
The Morning foreign shone—
A courteous, yet harrowing Grace,
As Guest, that would be gone—
And thus, without a Wing
Or service of a Keel
Our Summer made her light escape
Into the Beautiful.


Τόσο αδιόρατα σαν Θλίψη
Κύλησε το Καλοκαίρι_
Τόσο αδιόρατα στο τέλος
Να φαίνεται σαν Δόλος
_
Μια Γαλήνη εστάλαζε
Σαν Σούρουπο που ‘χε αρχίσει,
Ή σαν ήσυχο Απόγευμα
Που μόνη περνούσε η Φύση_
Το Σύθαμπο έσβηνε νωρίς_
Η Αυγή έλαμπε σαν ξένη_
Μια Χάρη αβρή, μα θλιβερή,
Σαν Ξένος, που θα φύγει_
Κι έτσι χωρίς ένα Φτερό
Ή μιας Καρίνας τη γραμμή
Το Θέρος μέσ’ στην Ομορφιά
Σ’ ανάλαφρη όρμησε φυγή
.

(Emily Dickinson, 1540, Emily Dickinson H Ποιήτρια των επoμένων εποχών, εκδόσεις Γαβριηλίδη, μετάφραση Κώστας Ιωάννου)


Προσωπικά, θα μετάφραζα ανεπαίσθητα, γιατί μου φέρνει στον νου το «ανεπαισθήτως» του Αλεξανδρινού. Θ’ απάλλασσα, επίσης, ασυζητητί το καλοκαίρι μου από τη βαριά κατηγορία (πολύ ανεπαίσθητα για να το πεις δόλο) με την έγκριση, ελπίζω, της λευκής οπτασίας που μου μειδιά με τρυφερή συγκατάβαση ανάμεσα στις γραμμές, αποδίδοντάς του μόνο ένα πταίσμα, ότι την έκανε με μικρά πηδηματάκια (το θέρος μας ανάλαφρα το 'σκασε προς την Ομορφιά) αφήνοντάς με στο έλεος της αβρής μα σπαρακτικής Χάρης ενός Καλεσμένου που θα φύγει.

Μα, πάλι, εγώ δεν τα καταφέρνω με τις ρίμες και τα μέτρα.




Καλό μας Σεπτέμβριο.


Τετάρτη, Ιουλίου 23, 2008

all that jazz


John Coltrane, After the rain

ένα ιντερλούδιο αυθεντικής σιωπής στις θορυβωδώς μασκαρεμένες τακτικές σιωπές μου μπορεί μικρό όσο η απατηλή αχρονία του μεσοκαλόκαιρου μπορεί μεγάλο όσο το για πάντα μετα-φράζω και με παιδεύει ένας στίχος an hourglass tipped on its side is forever σιγοτραγουδώ παρα-φράζοντας τον βάρδο dance me to the words which are asking to be born μα είμαι πιο γριά απ' αυτόν αφού δεν έχω τα κουράγια να σκαρφαλώσω στη Μαλακάσα για να υποκλιθώ ψέματα δεν τραγουδώ αυτό ούτε το famous blue raincoat ούτε το there is no cure for love πολυφορεμένα σαν ρούχα της Ζάρα τι φταίνε κι αυτά αν ουδείς τελικά αντιστέκεται στην παραμυθία του μελό μόνο υποκλίνομαι που παρα-φράζει με ανίερο σεβασμό και ηρωική ειρωνία τον Αλεξανδρινό say goodbye to Alexandra lost έτσι κι αλλιώς για το υπόλοιπο του καλοκαιριού θ’ ακούω μόνο τζαζ την ελεύθερη μουσική του αυτοσχεδιασμού που φτιάχνεται κάθε ξεχωριστή στιγμή και ποτέ δεν ξανακούγεται ίδια δηλαδή δεν έχει παρελθόν να μετράει τον χρόνο που ξορκίζεις άρα ούτε μέλλον να προσδοκάς ή να φοβάσαι είναι ατόφιο παρόν τυχαίο και απρόβλεπτο γεγονός σε πραγματικό χρόνο έστω και απολιθωμένο στο μέσο αναπαραγωγής του άρα πραγματικότητα χωρίς ψιμύθια και φαντασιακές διορθώσεις άρα αλήθεια κι εγώ πεθαίνω για την αλήθεια κι έχει κι άλλο ένα σπουδαίο προσόν η τζαζ δεν δέχεται στίχους λόγια λέξεις δεν μπορεί να βάλει ψυχές σε κίνδυνο πάλι ψέματα λέω κι ας πεθαίνω για την αλήθεια αφού είμαι στην εξοχή και δεν ακούω απολύτως καμιά ανθρώπινη μουσική παρά μόνο και αποκλειστικά την all time classic μπάντα της φύσης στην άρπα ο απογευματινός άνεμος στα πιατίνια το ακροθαλάσσιο κυματάκι στις μαράκες τα τζιτζίκια φωνητικά οι δεκαοχτούρες κι ο γκιόνης εναλλάξ μέρα και νύχτα και στο τέλος αυτού του θέρους που με αποκα-θέρει ίσως πάψω πια να φοβίζω τις λέξεις μου και φτερουγίσουν εξημερωμένες πάνω στο πληκτρολόγιο τσιμπολογώντας άνω τελείες και παρενθέσεις ίσως πάψω να φοβίζω με τις λέξεις μου και μια πράσινη κρυστάλλινη α-παθής ειρήνη ξεπλύνει με ιαματικό νερό τη σκοτεινή οθόνη μου καλό υπόλοιπο καλοκαίρι

Σάββατο, Ιουνίου 28, 2008

Του Ιουνίου που αποχωρεί

Περικλής Λύτρας, Σπίτι με θέα τη θάλασσα

Την ώρα που η καταληκτική τρίλια της Εσπερινής Συμφωνίας των πουλιών συνηχεί με το εναρκτήριο, αναποφάσιστο ακόμη, τρίξιμο του τριζονιού _λεπτά πριν αρχίσει ο γκιόνης να καρφώνει ρυθμικά τους μικρούς δωρικούς λυγμούς του στον ασάλευτο αέρα· την ώρα που ο κόσμος απεκδύεται τη βεβαιότητα (βαρβαρότητα;) των χρωμάτων και των σχημάτων και, βαθιανασαίνοντας αγιόκλημα και ηλιοκαμένα σπάρτα, βυθίζεται στην ιαματική ασάφεια των αποχρώσεων (το ροδί, το μοβ, οι διάφανες σκιές)· την άχρονη και άχραντη εκείνη ώρα της παραμυθίας και της εξιλέωσης, σκέψου με _μία μοναδική φορά: ίσως τότε με συγχωρέσεις που σε σκέφτομαι.

Υ.Γ. Αργία μήτηρ πάσης κακίας ή η απίστευτη βλακεία να κουβαλάς λάπτοπ στην εξοχή (ειδικά τον Ιούνιο).

Πέμπτη, Ιουνίου 12, 2008

Μεταφράσεις πολύ προσωπικές


Στη μετάφραση, αλλόγλωσση και ενδογλωσσική, μάλλον δεν χάνεται τελικά η ποίηση, παρά τον πασίγνωστο (και αμφιλεγόμενα "μεταφρασμένο")αφορισμό του Ρόμπερτ Φροστ. Σύμφωνα με μια πολύ ταπεινή γνώμη, η ποίηση, όταν και όπου πραγματικά υπάρχει, με κάποιο μαγικό τρόπο δεν χάνεται ποτέ. Αυτό που χάνεται στη "μετάφραση" είναι η στιγμιαία αυταπάτη πως ό,τι διαβάζεις, όπως ακριβώς το "διαβάζεις" τη μαγική πρώτη φορά πριν αρχίσουν οι αναλύσεις και τα «τι θέλει να πει ο ποιητής», είναι "δικό" σου· πως γράφτηκε για σένα ή πως το έγραψες _γιατί το είχες ήδη σκεφτεί ή νιώσει_ αυτούσιο, εσύ.

Στη συνέχεια, ο μεταφράζων σπεύδει να πάρει όλα του τα ρίσκα –ή κανένα· κι αλίμονο στο αποτέλεσμα, αν πισωγυρίσει και σκεφτεί τα κερδισμένα και τα χαμένα.


Get this widget Track details eSnips Social DNA
"Alone in Kyoto", από το σάουντρακ της ταινίας Lost in Translation

ΥΓ. Σε ό,τι αφορά τις μεταφραστικές προσπάθειες αυτού του μπλογκ _καθότι ερασιτεχνικές_ τα ρίσκα απαγορεύονται από ένστικτο αυτοσυντήρησης. Κι αν παραταθεί η αυθαίρετη ευδαιμονία της μαγικής πρώτης φοράς, ενεργοποιείται πάραυτα ο αυτόματος ορθομεταφραστής (κατά το "αυτόματος ορθογράφος") για να αποκαταστήσει την τάξη και να σώσει το πρωτότυπο.

Δευτέρα, Μαΐου 19, 2008

Στον κήπο με τις αυταπάτες

«Θ’ αρχίσω με μιαν ήχηση που να φτάνει απ’ το πιο σκληρό μέταλλο έως την πιο λεπτή χορδή, χωρίς ούτε οι απολαύσεις ν’ αποκλείονται ούτε οι ενοχές να επιβάλλονται, αλλά η φύσις να παραμένει φύσις.
Υπάρχει ένας τρόπος να μπαινοβγαίνουμε στα καθημερινά γεγονότα, έτσι που το ρούχο μας να μην πιάνεται απ’ τα κλαδιά που απλώνει γύρω μας το συμφέρον· αυτό το επίμονο βήμα σημειωτόν πάνω στο θυμικό μας· η αφαίρεση ενός μικρότατου ευτυχισμού που ο άνθρωπος φυλάγει στα πιο ασφαλή θησαυροφυλάκια της ιδιωτικής του ζωής.
Και όμως. Διαφορετικός θα ήταν ο Μάιος αν, αντί να πληρώναμε και τέλη για την εισπνοή του οξυγόνου του, λαλούσαμε πέτρα και λαλούσαμε νερό, με την ελπίδα ν’ αναφανεί μια μέρα ένα καινούριο άλσος, κατάλληλο να δεχτεί την ταφή μας.
Έαρ χρειάζεται και ζωή πλήρης καθαρότητας, για ένα δώρο που κανείς άλλος δεν μπορεί να σ’ το προσφέρει
».

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ, Ο κήπος με τις αυταπάτες



Πάουλ Κλέε, Μαγικός Κήπος

Τούτος ο Μάιος μοιάζει με μια μεγάλη χλιαρή σαπουνόφουσκα από απορρυπαντικό με άρωμα μανδραγόρα. Μέσα της η Ωραία (επίρρημα) Κοιμωμένη, σε βαθιά νάρκη, ονειρεύεται ότι μαδάει στίχους και μαντεύει τα μελλούμενα στον κήπο με τις αυταπάτες, ανήμπορη να ξυπνήσει και να πληρώσει το 'τέλος' που της αναλογεί για την εισπνοή οξυγόνου.

«Τill human voices wake us, and we drown»
T.S.ELIOT, The Love Song of J. Alfred Prufrock

Τετάρτη, Μαΐου 07, 2008

Ασκήσεις επί χάρτου



Με προσκάλεσε η Ρίτσα που την προσκάλεσε, απ' ό,τι είδα, το Νατασσάκι, στην ιστοσελίδα του οποίου βρίσκονται οι οδηγίες του παιχνιδιού. Το να γκρινιάξω άλλη μια φορά για μπλογκοπαιχνίδι και μετά να παίξω από αβρότητα δεν έχει νόημα _είναι πλέον κάτι σαν το παραμύθι του Πέτρου και του Λύκου· εξάλλου δεν είναι καθόλου άσχημο ως ιδέα (εννοώ, ως σύλληψη αλλά και ιδεολογικά).

Βέβαια, στον Adaeus έγραψα, και το πιστεύω, ότι ο πραγματικός μας χαρακτήρας (γραφικός και έτερος) φαίνεται in vivo και όχι in vitro, και εν προκειμένω (στις μέρες της καταναλωτικής ευδαιμονίας) στη λίστα του σουπερμάρκετ. Από την άλλη, είμαι λιγάκι... βικτοριανή, από την άποψη της privacy (αυτής της παντελώς αμετάφραστης στα νεοελληνικά αμφιλεγόμενης ιδιότητας, εκτός κι αν δανειστούμε την περίφραση των αρχαίων ημών... "τα εν οίκω μη εν δήμω"), ώστε μου είναι πρακτικώς αδύνατο να κοινοποιήσω μια λίστα με τα ψώνια μου. Κομματάκι ευκολότερο μου φαίνεται να βγάλω στα φόρα ένα από τα ελάχιστα πια και ξεχασμένα χειρόγραφα σκαριφήματά μου, το οποίο ως ιδέα συνελήφθη και εξετελέσθη (long long ago) χάριν παιδιάς μέσα στον ηλεκτρικό, κατά τη διάρκεια μιας διαδρομής που δεν έλεγε να τελειώσει.




Ο τελευταίος κανόνας του παιχνιδιού είναι ο γνωστός "κάνε πάσα σε άλλο θύμα". Εξ ιδιοσυγκρασίας δεν μπορώ να "αγκαρέψω" κανέναν, αλλά ειλικρινά θα ήθελα να δω τα γράμματα του Kωνσταντίνου (προσφέροντάς του τη μοναδική ευκαιρία να γράψει ελληνικά!).
Επίσης, σύμφωνα με το αίτημα του παιχνιδιού, καταθέτω το αθάνατο πόνημα στο σχετικό... μουσείο.

Δευτέρα, Απριλίου 14, 2008

Απριλίου συνέχεια



Αν αντέξω λίγο ακόμη, έως ότου η ανοιξιάτικη βροχή διώξει τη σκόνη της ερήμου που θαμπώνει το χρώμα της πασχαλιάς (όταν τη βλέπεις από μακριά), ίσως με λυπηθεί και μου αποκαλυφθεί, σε όλη του τη σκληρότητα, ο όψιμος αθέατος Απρίλης.



Li Xianting, Lilac Dreams

April is the cruelest month, breeding
Lilacs out of the dead land, mixing
Memory and desire, stirring
Dull roots with spring rain.

(T.S. Eliot, The Waste Land)


(Δεν γινόταν να είναι κινέζικη αντί αφρικανική η σκόνη, για να ταιριάζει με τις πασχαλιές και τη μουσικη και να μην κάνω το ποστ... καλοκαιρινό;)

Τετάρτη, Απριλίου 09, 2008

Not even...



"ούτε καν τα φύλλα"

ούτε καν τα φύλλα
γίνεται να πέσουν με τόση απαλότητα
ή να τ’ αγγίξει κανείς τόσο ελαφρά όσο το άγγιγμά σου

στο οποίο, πολύ απλά, ξετυλίγομαι
όπως ξετυλίγεται ένα φύλλο στις αρχές της άνοιξης, ή
διπλωμένο, ξεδιπλώνεται μες στη μισάνοιχτη παλάμη σου

αν όμως δεν το θες, αντί γι’ αυτό θα τυλιχτώ
όπως τυλίγεται ένα φύλλο έτοιμο να πέσει
που διπλώνεται μόνο του ξανά και ξανά

κι εσύ θα περάσεις
κι ο χειμώνας θ’ αντηχήσει
εκκωφαντικά

Matthew Hollis, Ground Water, Bloodaxe Books, 2004.

Get this widget Track details eSnips Social DNA

Ludwig Van Beethoven, Spring Sonata

Σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει ίσως ανεπίκαιρο εποχικά· ωστόσο επειδή ο ποιητής αφήνει, νομίζω, ανοιχτή την προοπτική (Aprilis < aperire =" ανοίγω)", επειδή στον Ναυτίλο άρεσε επίσης πολύ το προηγούμενο ποίημα και, τέλος, επειδή ο φετινός Απρίλης είναι serial killer... για όλους αυτούς τους λόγους _και για τον επιπρόσθετο ότι εξακολουθεί το blogger's block_ συνεχίζω με Matthew Hollis.


"not even the leaves"

not even the leaves
can lay down with such gentleness
or be touched so lightly as by your touch

in which I am, very simply, uncurling
as a leaf uncurls in first spring, or
folded, unfolds in your opening palm

which should you not want, I will curl
instead as a leaf curls towards fall
folding over and over itself

and you will go by
and the winter will echo
enormously

Τετάρτη, Ιανουαρίου 09, 2008

Κι η σωτηρία της ψυχής;

Διαβάζω:
Ωραία κορμιά και λυπημένα
ρωτούσατε αν πεθαίνουν οι ψυχές.
Αυτές μόνο πεθαίνουν
Αγλάισμα για σας η λύπη
μα οι ψυχές λυπούνται έως θανάτου
(Βύρων Λεοντάρης, Έως...)

Διαβάζω, ύστερα από λίγες μέρες:
Tο ένα σώμα να υποδεχτεί, να θεραπεύσει (θεράπων) το άλλο. Τις ψυχές τις αφήνουμε στην άκρη, με τους άλλους, που τις πιστεύουν πως υπάρχουν· τα σώματα μόνο ζουν, αγγίζουν άλλα σώματα, η αφή είναι η μόνη, η μόνιμη έως θανάτου ευτυχία.
(Παύλος Μάτεσις, Αλδεβαράν)


Get this widget Track details eSnips Social DNA


Αυτό είναι που λένε "διακειμενικότητα"; Ή απλή σύμπτωση; Ή μεταφυσική, που αποφάσισα ύστερα από πολύ καιρό να διαβάσω πεζογραφία _και ύστερα από πολύ περισσότερο, ελληνική _ και σκοντάφτω σ' αυτό το κόκκινο νήμα από λέξεις που συνδέει τους στίχους του προσφιλούς μου Λεοντάρη με το απόσπασμα από την αμήχανη αλλά συγκινητική νουβέλα του Μάτεσι, και τα δύο με πλάγια γραμματοσειρά, δεύτερες (ονειρικές) φωνές μέσα στο κυρίως έργο;

(Η ατζέντα του 2008, με τα ζωτικής σημασίας ζητήματα του καθημερινού βίου που πρέπει να σκεφτώ και να φροντίσω άμεσα, είναι το τρίτο βιβλιαράκι που κοσμεί σεμνά το γραφείο μου, χωρίς πολλές ελπίδες να την ξεφυλλίσω πριν κοπεί το νήμα και χάσω... και βρω... και χάσω τον δρόμο προς τ' αστέρια).

Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007

Περιμένοντας...

Ο χώρος έξω από το Everest, απέναντι από το Μουσείο Μπενάκη στην Πειραιώς, παραμυθένιο δάσος χάρη στ' αναρίθμητα πολύχρωμα (και παραδόξως καλαίσθητα) φωτάκια. Το σαββατόβραδο με την επίσημη αμφίεση που επιβάλλεται για τις τελευταίες βραδιές του χρόνου: κυανό, παγωμένο και διαυγές. Τα χέρια μου ζεστά, το ένα από το γάντι και το άλλο, γυμνό, από το χάρτινο κύπελλο με τη ζεστή σοκολάτα. Μόνη _με τον τρόπο που η μοναξιά είναι μαγεία: δυο στενά παραπάνω με περιμένει η ζεστή, υποφωτισμένη, φιλόξενη αίθουσα του μικρού θεάτρου και η νεανική παράσταση (ένα χριστουγεννιάτικο παραμύθι) που καθυστερεί ν’ αρχίσει· και αγαπημένοι άνθρωποι. Μα, προς ώρας, μόνη _με τον τρόπο που η μοναξιά είναι απολύτως ελευθερία.
Ένας μουσουδάκος που περιμένει κι αυτός τους δικούς του δεμένος σ’ ένα θάμνο με κοιτάζει με υγρό, καλεστικό βλέμμα, ωστόσο πισωπατά όταν κινούμαι προς το μέρος του. Είναι ήρεμος αλλά επιφυλακτικός _ανήκει αλλού· λαχταράω να τον χαϊδέψω, αλλά είμαι δειλή _δεν θα τον πλησιάσω άλλο. Το χάδι μου μετεωρίζεται και εξαχνώνεται στην παγωμένη ατμόσφαιρα (πότε χάνεται ένα χάδι, όταν δεν το δώσεις ή όταν δεν το φανταστείς καν;)
Aκόμη κι οι ματαιώσεις μου, απόψε, έχουν άρωμα κυκλάμινου και γεύση σοκολάτας, και περιμένουν με γαλήνη και γενναιότητα να συναντήσουν έναν ακόμη «καινούργιο» χρόνο, όπου (το 'γραψα, θυμάμαι, και πέρυσι!), τίποτα δεν (θα) έχει αλλάξει, τίποτα δεν (θα) είναι όπως παλιά.

(Θα ‘ταν πάνω κάτω την ίδια ώρα που εκείνη η γυναίκα πηδούσε στα παγωμένα νερά του Ισθμού αγκαλιά με τον τρίχρονο γιο της. Άραγε με ποιον τρόπο η δική της μοναξιά ήταν εφιαλτική αντί για μαγική, τι γεύση και τι μυρωδιά είχαν οι δικές της ματαιώσεις; Ποια ήταν η τελευταία σκέψη στο μυαλό της, η τελευταία εικόνα στα μάτια της, πριν από το απελπισμένο, το τρελό, το τραγικά γενναίο, το άγριο, το φονικό άλμα; Τι υπήρξε πιο δυνατό _η βία, η αποξένωση, η αρρώστια;_ από τη θέρμη του παιδικού στήθους πάνω στο δικό της, ποιο ανεκπλήρωτο τόσο αβάσταχτο που ακύρωνε την εκπλήρωση της δημιουργημένης Ζωής; Πότε έπαψε αμετάκλητα να περιμένει το Καινούργιο από τον Χρόνο; )



Και ξαφνικά νιώθω περιούσια _μ' αυτά που έχω· μ' αυτά που "έχω"· μ' αυτά που δεν έχω, από επιλογή μου έστω και ασυνείδητη. Και ευγνώμων _στην Tύχη; στη στατιστική;_ που μου επιτρέπουν να είμαι "ακόμη ζωντανή, στη σκηνή" και να διαπράττω (ακόμη) ατιμώρητη την ύβρι να περιμένω από την πραγματική ζωή το άχρονο παραμύθι.

Καλή _ολοκαίνουργια_ χρονιά!

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2007

The rest is silence

All those places
Where I recall the memories
That gripped me
And pinned me down

I go to these places
Intending to think
To think of nothing
No anticipate

And somehow expect
You'll find me there
That by some miracle
You'd be aware

Get this widget Track details eSnips Social DNA

I'd risen this morning
Determined to break
The spell of my longing
And not to think

I freed myself from my family
I freed myself from work
I freed myself
I freed myself
And remained alone

And in my thinking
Steal you away
Though you never wanted me
Anyway

Silence

Silence...

(PJ Harvey, White Chalk, "Silence")



Ας πούμε... τυχαία επιλογή, από ένα άλμπουμ που μου ασκεί μια σκοτεινή και απρόσμενη γοητεία.
The rest is silence.