Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταφράσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Μεταφράσματα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τρίτη, Απριλίου 13, 2010

Glowing is her Bonnet...

ΓΔΥΝΟΝΤΑΣ ΤΗΝ ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

Πρώτα, η τούλινη πελερίνα της,
που βγήκε εύκολα απ’ τους ώμους της κι αφέθηκε
στην πλάτη της ξύλινης καρέκλας.

Και το μπονέ της,
που ο φιόγκος του λύθηκε μ’ ένα ελαφρό τράβηγμα.

Ύστερα, το μακρύ λευκό φόρεμα, πιο
περίπλοκη υπόθεση με τα φιλντισένια
κουμπιά κατά μήκος της πλάτης,
τόσο μικροσκοπικά και πολυάριθμα που περνάει μια ζωή
μέχρι να καταφέρουν τα χέρια μου να το ανοίξουν,
σαν τον κολυμβητή που σχίζει το νερό,
και να γλιστρήσουν μέσα.

Θα θέλετε να ξέρετε
ότι εκείνη στεκόταν
δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της επάνω κρεβατοκάμαρας,
ακίνητη, με κάπως γουρλωμένα μάτια,
κοιτώντας κάτω προς τον κήπο,
με το λευκό φόρεμα στα πόδια της σα λιμνούλα
στο δρύινο πάτωμα με τις φαρδιές σανίδες.

Την πολυπλοκότητα των γυναικείων εσωρούχων
στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα
δεν πρέπει να την προσπερνάς∙
κι εγώ προχωρούσα σαν εξερευνητής των πόλων
ανάμεσα σε καρφίτσες, αγκράφες και πόρπες,
δεσίματα, τιράντες και κορσέδες με μπανέλες,
αρμενίζοντας προς το παγόβουνο της γύμνιας της.


This is my letter to the World by Emily Dickinson

Αργότερα, έγραψα σ’ ένα τετράδιο
πως ήταν σαν να ίππευα έναν κύκνο μες στη νύχτα,
αλλά, βεβαίως, δεν μπορώ να σας τα πω όλα_
με ποιον τρόπο πήρε τα μάτια απ’ τον κήπο,
πώς ξεχύθηκαν τα μαλλιά της ελεύθερα απ’ τα τσιμπιδάκια,
ότι υπήρχαν ξαφνικές παύλες
όσες φορές μιλούσαμε.
Αυτό που μπορώ να σας πω είναι
πως είχε φοβερή ησυχία στο Άμχερστ
εκείνο το απόγεμα του Σαββάτου,
μονάχα μια άμαξα περνούσε έξω απ’ το σπίτι
και μια μύγα βούιζε στο τζάμι.

Έτσι την άκουσα ολοκάθαρα ν’ ανασαίνει
όταν ξεκούμπωσα και την τελευταία
κόπιτσα του κορσέ της,

την άκουσα και ν’ αναστενάζει όταν τελικά τον ξέσφιξα,
όπως αναστενάζουν κάποιοι αναγνώστες όταν αντιλαμβάνονται
ότι η Ελπίδα έχει φτερά,
η Λογική είναι μια σανίδα,
η Ζωή είναι ένα γεμάτο όπλο
που σε κοιτάζει κατάφατσα μ' ένα κίτρινο μάτι.


Μπίλυ Κόλινς
Taking off Emily Dickinson's clothes by Billy Collins

Hope is the thing with feathers by Emily Dickinson
I felt a Funeral, in my Brain by Emily Dickinson
My Life had stood--a Loaded Gun-- by Emily Dickinson
Glowing is her Bonnet by Emily Dickinson

Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010

the iambic bongos must be played

Σονέτο

Δεκατέσσερις στίχοι, ένα βήμα
και μένουν δεκατρείς, δώδεκα ήδη,
να ξεκινήσει η καρδιά μακρύ ταξίδι
σαν καραβάκι έρμαιο στο κύμα.
Μέχρι στιγμής όλα σού πάνε πρίμα∙
το ποίημα τώρα μοιάζει με παιχνίδι,
εκτός αν ο όγδοος στίχος δεν ενδίδει
στο μέτρο του σονέτου και στη ρίμα.
Το ξέρεις, όμως, πως η λύση υπάρχει,
θα βρουν λιμάνι ο πόθος και το δάκρυ
όταν το τελικό τρίστιχο φτάσει
κι η Λάουρα καλέσει τον Πετράρχη
την πένα του ν’ αφήσει σε μιαν άκρη
και πλάι της επιτέλους να πλαγιάσει.

Μπίλι Κόλινς




Claudio Monteverdi, "Zefiro Torna, Book VI of Madrigali


Sonnet

All we need is fourteen lines, well, thirteen now,
and after this one just a dozen
to launch a little ship on love’s storm-tossed seas,
then only ten more left like rows of beans.
How easily it goes unless you get Elizabethan
and insist the iambic bongos must be played
and rhymes positioned at the end of lines,
one for every station of the cross.
But hand on here while we make the turn
into the final six where all be resolved,
where longing and heartache will find an end,
where Laura will tell Petrarch to put down his pen,
take off those crazy medieval tights,
blow out the lights, and come at last to bed.

Billy Collins

(from Sailing Around the Room: New and Selected Poems)


O Μπίλι Κόλινς παρωδεί προσφυώς τη φόρμα του σονέτου κι εγώ παρωδώ εξ ανάγκης την παρωδία, προσπαθώντας να ασκηθώ στη φόρμα του σονέτου. (Αν τουλάχιστον είχει χωρέσει και εκείνο το "take off those crazy medieval tights" στον στίχο μου, θα ήμουν κάπως πιο κοντά ακόμη στο υποδόρειο αλλά λυτρωτικό χιούμορ που χαρακτηρίζει την ποίησή του.)

Μια ανάγνωση του Σονέτου από τον ίδιο τον Κόλινς και κάποια στοιχεία για το έργο του
εδώ

Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

a poem of a week

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΑΠΟ

Η καλοσύνη ενός ανθρώπου μετριέται
από τα λόγια που λέει σ’ ένα σκυλί
όταν αναγκάζεται να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι
καταμεσής μιας χειμωνιάτικης νύχτας
γιατί κάποιο βρομόσκυλο γαβγίζει συνεχώς∙

και πάει ν’ ανοίξει την πόρτα
με τη φανέλα και το σώβρακο
κι εκεί στη χιλιοσκαμμένη αλάνα
που την αποκαλούν μπροστινό γήπεδο
βρίσκει τον κόπρο με την πατούσα

σηκωμένη όλο προσδοκία
και με μια έκφραση που λέει Δόξα τω Θεώ
για μια στιγμή νόμισα
πως μόνο εγώ ήμουν ξύπνιος
σ’ αυτή τη γαμημένη πόλη


Πατ Μπόραν

από εδώ

A MAN IS ONLY AS GOOD... (2007, το πρωτότυπο και απαγγελία από τον Pat Boran)

(έφτασε στο μέιλ μου ως poem of the week από τo poetry international web και κάτι μου 'καναν αυτοί οι απλοί στίχοι που (για μένα) λένε πολλά χωρίς να εκβιάζουν συγκίνηση∙ στην απόδοση του τίτλου και του πρώτου στίχου ίσως αυθαιρετώ προς το ηθικο-μελό, αλλά έτσι μου βγήκε φραστικά...)

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

INTERIORS

Vilhelm Hammershoi, Interior, Strangade 30, (1909)
(από
εδώ)


ΔΥΟ ΣΙΩΠΕΣ

Ι
Απαλά, πουπουλένια σκιρτήματα στον περιστερώνα∙
ένα στρίψιμο του λαιμού, ένα ανάδεμα των φτερών,
στις φωτεινές γρίλιες που αφήνουν οι σανιδένιοι τοίχοι_
όσο περίτεχνοι, όσο καλά μονταρισμένοι κι αν είναι–
σαν υπόνοια κάγκελων φυλακής∙
σκοποί ζεσταμένοι κι εκτοπισμένοι σαν νερό
που ξεχείλισε απ' το μπάνιο αναζητώντας ένα καλούπι:
μια μικρή παράσταση, με τη ζωηράδα τους συγκαλυμμένη,
με τη λευκότητά τους αντιληπτή παρά το σκοτάδι.

ΙΙ
Τα παιδιά σωπαίνουν με το αζημίωτο
Στα σεμνότυφα στόματα, στα ασκητικά βλέμματα,
υπάρχει κάποια μομφή. Ή μήπως εγώ είμαι που,
όταν ένα ένα παρεκτρέπονται
και επιστρέφουν στη φυσική κατάσταση
του θορύβου, θα ‘θελα να αφουγκράζονταν
πιο πολύ τον κόσμο, και να τον αμφισβητούσαν λιγότερο∙ θα ‘θελα
για τον εαυτό μου ένα πρόσχημα για να σωπαίνω,
ή αν μιλώ, να μιλώ καταναγκαστικά;

Φράνσις Λέβιστον


σιωπή (αντιστίξεις ατάκτως ερριμμένες):
χώρος ή κατάσταση;
φυλακή ή ελευθερία;
μομφή ή έπαθλο;
σκοπός ή μέσον;
πλούτος ή ένδεια;
αρετή (“κρείττον το σιγάν”) ή ιδιοτέλεια (“κρύβε λόγια”);
γυαλί που σπάει (διαφάνεια;) ή υγρό που ρέει (αίμα;);
φως ή σκοτάδι;
(και πάντως, και κυρίως) επιλογή ή καταναγκασμός;

εντέλει, “όσα δε φτάν’ η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια” ή “…πηδάει και τα φτάνει”;


TWO SILENCES

Ι
Soft, feathered stirrings in the dovecote;

a quirk of napes, a distinction of quills,/

in the slats of light the clapboard walls-/

no matter how well-made, how dove-tailed_/

admit, their suggestion of prison bars;/

airs warmed and displaced as water/

poured off the bath to discover a form:/

a number given, their quickness covered,/

their whiteness understoοd despite the dark./

II

The kids are doing sponsored silences./i

n the prim mouths, the ascetic looks,/

there is some reproach. Or is it in me,/

when one by one the forget themselves/

and return to the natural condition/

of noise, that I wish they had listened/

more to the world, and questioned less; I wish/

for myself an excuse to be silent,/

or if I speak, to speak from some duress?/

Frances Leviston


Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2009

Καλό καλοκαίρι!



ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ

Ο άνεμος είναι μόνος.
Δεν μπορεί να έχει υπόσταση
στη θάλασσα, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του
όμως χιμάει παντού
μέχρι να συναντήσει μάρτυρες.
Οι πεζούλες του νησιού,
ο πάσσαλος ενός φράχτη για να τριφτεί ,
ελιές, τράγοι,
κι οι κάτοικοι του τόπου
τον κόβουν. Τώρα
φτάνει συνεχώς.
Αποκαμωμένος μερικές φορές
ξεθυμαίνει σε μουρμουρητό,
μεταφέροντας τη σκόνη από φύλλο σε φύλλο,
μετά δυναμώνει τη νύχτα,
από φόβο πως δεν μπορεί να δει ούτε τον εαυτό του
ούτε τίποτε άλλο, από φόβο
πως ο κόσμος
χάθηκε για πάντα.
Υπάρχει μια αίσθηση παιδικότητας
στη συνεχή παρουσία του,
στο πώς ακολουθεί και ουρλιάζει,
πώς διακόπτει
τις προσωπικές στιγμές σου
κυριεύοντάς τες στην παραλία το σούρουπο.
Θα ‘θελες να υπήρχε κάποιος θεός
για να του ζητήσεις να τον κατευνάσει,
κάποια τελετή,
κάποια τελετουργική θυσία
να ησυχάσει το μουγκρητό του και να τον αποκοιμίσει
μ΄ένα νανούρισμα,
αλλά δεν σου ‘χει μείνει τίποτα
να πιστεύεις_
μόνο ο άνεμος
που πλημμυρίζει τους τρούλους στα ξωκλήσια
και τ’ αφτιά των γαϊδουριών
σβήνοντας τελικά
στον λαβύρινθο των πνευμόνων σου.

Φράνσις Λέβιστον



Ήθελα κάτι καλοκαιρινό. Αλλά όχι χαζοχαρούμενο. Ούτε χαζολυπημένο. Κάτι ακόσμητο αλλά "έγχρωμο". Κάτι γήινο και αέρινο μαζί.
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν πρόκειται για τις καλοκαιρινές εντυπώσεις μιας νεαρής κοπέλας, τουρίστριας ή ταξιδεύτριας, ή για την καλυμμένη υπαρξιακή αγωνία του άφυλου και διαχρονικού συμπαντικού όντος που είναι ο ποιητής, ο οποίος αναζητάει παντού μάρτυρες για να επιβεβαιωσει την ύπαρξή του _και τη δική τους, δηλαδή του Κόσμου.

Καλό καλοκαίρι!



(η φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο της Κοινότητας Φολεγάνδρου )


FOLEGANDROS

The wind is lonely.
It cannot be real
at sea, ti cannot conform itself
but rushes about
until it encounters witnesses.
The island’s tiers,
a fence post to rub against,
olive trees, billy goats,
and human habitants
break it. Now
it is always arriving.
Tired at times
it falls to a murmur,/
moving the dust from leaf to leaf,
then rises at night,/
afraid it cannot see itself
or anything else, afraid
the world has vanished forever.
There is a childish
feel to its always being there,
how it follows and whines,
how it interrupts
your private moments
taken on the beach at dusk.
You wish for a god
you could ask to appease it,
some rite,/
some ritual sacrifice
to quiet its roarings and lull
it to sleep,
but there is nothing
left you believe in_
only the wind
filling the domes of summit churches
and donkeys’ ears,
dying at last
in the maze of your lungs.

Frances Leviston, Public Dream, "Folegandros"




Μουσικές
...καμιά καλή ιδέα για μουσική επένδυση;
κάτι λιτό και δωρικό σαν τις πεζούλες των κυκλαδονησιών∙αλλά και πανηγυρικό και βίαιο, σαν τις πολεμικές σάλπιγγες που φυσάει ο άνεμος ηγούμενος του στόλου των κυμάτων όταν καταναυμαχεί φθονερά την υποτιθέμενη συντροφικότητα των ανθρώπινων όντων∙ και άγριο και σπαραχτικό σαν το ουρλιαχτό του όταν παλεύει με την αρχέγονη μοναξιά του∙ που να καταλαγιάζει τελικά σε παιδικό παράπονο λίγο πριν από τον ύπνο που, όπως όλα τα στοιχεία της φύσης, αντιμάχεται και λαχταράει (κάτι σαν τις
Εβρίδες του Μέντελσον, δηλαδή);
κάποιο μοναχικό τραγούδι με έναν αυλό του Πανός σαν του
Ζαμφίρ, ένα κλαρίνο σαν του Σαλέα, ένα σαξόφωνο σαν του Ίαν Γκαρμπάρεκ;
-ένα ιαματικό αν και άσχετο με το ποίημα"μελουδάκι", όπως το
Summer Wind με τη φωνή της Μαντλέν Πεϊρού, γιατί είναι καλοκαίρι και η ζωή πρέπει να είναι εύκολη και χαλαρή με κάθε κόστος;
-το επίσης άσχετο αλλά νοσταλγικό
Dust in the Wind των Κansas, καθόσον το ποίημα ψυχογραφεί μεν τον άνεμο, ωστόσο μας υπενθυμίζει, παρενθετικά, ότι είμαστε μόνο η σκόνη του Άνεμου-Χρόνου που μας μεταφέρει ήσυχα αλλά αναπόδραστα από φύλλο σε φύλλο _απο καλοκαίρι σε καλοκαίρι_ και ακριβώς αυτό το αναπόδραστο είναι ό,τι έχουμε και δεν έχουμε να πιστεύουμε ; -
ή σιωπή, εκκωφαντική σιωπή, σαν τη νηνεμία του λυκαυγούς ψηλά στο Κάστρο της Χώρας, στη Φολέγανδρο εκείνου του καλοκαιριού;
καλόδεχτη μια μουσική ιδέα, αντί σχολίου _και αντί καλοκαιρνού χαιρετισμού...................................................................


κάποια... κρυπτοεφηβική ψυχή άκουσε
έτσι έτσι την "τρυφερή και επιθετική" μουσική του ανέμου. :)

Πέμπτη, Μαΐου 07, 2009

Άσκησις η αισχυντηλή

Τι έχουμε για σήμερα;
Mια έτοιμη άσκηση (άσκησις η αισχυντηλή∙ γιατί γνωρίζει, χωρίς να έχει συναντηθεί με αυτό, ότι υπάρχει " εκεί έξω" το ολοκληρωμένο έργο τέχνης: η μετάφραση του Διονύση Καψάλη _στον οποίο οφείλεται ευγνωμόνως η γνωριμία με το πρωτότυπο ποίημα).
Ετοιμασίες για τα γενέθλια της Μικρής Πριγκίπισσας.
Γενέθλιο του Γιοχάνες Μπραμς (μ' όλο που, το' πα και τις προάλλες, απεχθάνομαι την "κατανάλωση" των επετείων).
Τι θα μπορούσαν να συνθέσουν όλα αυτά στο μίξερ μιας ανεξέλεγκτης
διάθεσης να "ειπωθεί" κάτι _όχι το ανείπωτο, κάτι όμως που θα το υποκαθιστά, κάτι σαν καραμέλα για το κόψιμο του καπνίσματος ένα πράγμα;




Johannes Brahms (May 7, 1833 - April 3,1897)



SAMUEL TAYLOR COLERIDGE
Frost at Midnight


Παγωνιά τα μεσάνυχτα

H παγωνιά επιτελεί το μυστικό της έργο,
αβοήθητη απ’ τον άνεμο∙ και να! η κουκουβάγια
φωνάζει δυνατά∙ ξανά! πιο δυνατά από πρώτα.
Στο σπίτι, όλοι αναπαύονται αφήνοντάς με μόνο
στη μοναξιά που πάει μαζί με σκέψεις μπερδεμένες∙
ωστόσο έχω συντροφιά: στην κούνια εδώ κοντά μου
κοιμάται ήρεμα και βαθιά ο μικρός μου γιος.
Όλα είναι τόσο ήσυχα, που λες και διαταράσσει
η ίδια η απόλυτη σιγή τις διαδρομές της σκέψης.
Παράξενη σιγή! Βουνό, θάλασσα, δάσος και όλο
τούτο το χωριό! Βουνό, θάλασσα, δάσος
κι ο κόσμος με τις καθημερινές δοσοληψίες,
αθόρυβες σαν όνειρα! Η ισχνή γαλάζια φλόγα
σιγοκαίει στο τζάκι μου χωρίς διόλου να τρέμει∙
κι η αιθάλη που αναρριπίζεται στη σχάρα,
το μόνο πράγμα που δεν ησυχάζει απόψε,
μου φαίνεται, καθως μες στη σιωπή κινείται,
όμοια με μένα ζωντανή κι εκείνη,
και γίνεται έτσι ευχάριστη παρέα,
που κάθε της καπρίτσιο το άεργο Πνεύμα
το ερμηνεύει όπως βολεύει, καθώς ψάχνει
παντού για το είδωλο ή για την ηχώ του,
και έχει για παιχνίδι του τη Σκέψη.

............................................................Κι όμως, συχνά,
πόσο συχνά, ευκολόπιστος, στα σχολικά μου χρόνια
ατένιζα επίμονα τη σχάρα της εστίας
γυρεύοντας σημάδια ενός απρόσμενου επισκέπτη
κι ονειρευόμουνα γλυκά με μισάνοιχτο στόμα
το γενέθλιο τόπο μου και την παλιά εκκλησία,
με τις καμπάνες , των φτωχών τη μουσική, να ηχούν
βράδυ πρωί, τις γιορτινές ημέρες, τόσο γλυκά
που με ξεσήκωναν και στοίχειωναν το νου μου
με άγρια χαρά και ο ήχος τους μες στ’ αυτιά μου
έφτανε σαν προμήνυμα όσων θ’ ακολουθούσαν!
Έτσι αποκοιμιόμουνα, καθώς οι ονειροπολήσεις,
γαλήνιες σα νανούρισμα, νέα όνειρα γεννούσαν !
Κι έτσι μελαγχολούσα το επόμενο πρωί
και τρέμοντας μπρος στ’ αυστηρό πρόσωπο του δασκάλου,
χωρίς να βλέπω, κάρφωνα τα μάτια στο βιβλίο:
εκτός και αν μισάνοιγε η πόρτα και κοιτούσα
στα κλεφτά, μα έφτανε η καρδιά μου να σκιρτήσει,
γιατί ακόμα έλπιζα να δω έναν επισκέπτη,
συγχωριανό ή συγγενή, ή την αγαπημένη
αδελφή, συντρόφισσά μου στα νηπιακά παιχνίδια.

Αγαπημένο μου μωρό, που δίπλα μου κοιμάσαι,
και μόλις που ακούγεται η απαλή σου ανάσα
μες στη βαθιά ησυχία, καθώς γεμίζει τα σκόρπια
κενά και τα προσωρινά διαλείμματα της σκέψης!
Μωρό μου τόσο όμορφο, που σκιρτά η καρδιά μου
με γλύκα και αγαλλίαση, έτσι όπως σε κοιτάζω
και σκέφτομαι ότι εσύ τόσο πολλά θα μάθεις,
σε τόσο πολλά μέρη! Γιατί εγώ μεγάλωσα
στην πόλη, φυλακισμένος μέσα σε μουντές στοές
κι άλλη ομορφιά δεν είδα από τον έναστρο ουρανό.
Μα εσύ, μωρό μου, σαν αεράκι θα περιπλανιέσαι
δίπλα σε λίμνες κι αμμουδιές, σ’ απόκρημνες χαράδρες
βουνών αρχαίων και κάτω από σύννεφα μεγάλα
που φτιάχνουν με τον όγκο τους και λίμνες κι αμμουδιές
και ορεινές χαράδρες: έτσι θα δεις τις εξαίσιες
μορφές και θ’ ακούσεις όλους τους νοητούς ήχους
της γλώσσας της αιώνιας, με την οποία μιλάει
ο Θεός σου, που απ’ την αιωνιότητα διδάσκει
Εαυτόν στα πάντα και τα πάντα στον Εαυτό του.
Ο μέγας Δάσκαλος του Κόσμου! Αυτός θα πλάσει
το πνεύμα σου και δίνοντάς του θα το κάνει να ζητά.

Έτσι, όλες οι εποχές θα είναι γλυκές για σένα,
είτε το καλοκαίρι ντύνει ολόκληρη τη γη
με πρασινάδα, είτε ο σπουργίτης κελαηδά επάνω
στο γυμνό και χιονισμένο κλωνάρι της μηλιάς
ενώ η αχυροσκεπή καπνίζει στη λιακάδα∙
είτε κυλούν οι στάλες απ’ το γείσωμα της στέγης
κι ακούγονται μονάχα όταν ο άνεμος κοπάζει,
είτε τελώντας το μυστικό της έργο η παγωνιά
τις αναρτά ψηλά σε σιωπηλούς κρυστάλλους
που λαμπυρίζουν ήσυχα στο ήσυχο φεγγάρι.





Λίγοι στίχοι την ημέρα
ανάγνωση του Frost at midnight από τον Nigel Planer

Bιντεοκλίπ από την ταινία Pandaemonium του Julien Temple, η οποία αναφέρεται στη ζωή του Coleridge.

Κυριακή, Απριλίου 12, 2009

Every word was once a poem (R. W. Emerson)

λεξ(ικ)ο-δρομώ

(...και επειδή ποτέ μου δεν κατάφερα ν’ αποκαταστήσω τις σχέσεις μου με τον νόμο, την τάξη και την πειθαρχία...)

λοξοδρομώ

(… και ταξιδεύω κοντραμπάντο, κύμα το κύμα, σε άγνωστο πέλαγος, εξαιτίας _χάριν;_ ενός λεξικού που με πήγε σε ένα άλλο λεξικό κ.ο.κ.)



πελαγοδρομώ...



Marj Bon, The Lexicon Lady



ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΠΑΛΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Εδώ και πολλές νύχτες ακούγεται πάλι η θάλασσα,
ανάλαφρη, μπρος πίσω, πάνω στο αμμουδερό ακρογιάλι,
ηχώ μιας φωνής έγκλειστης μες στο μυαλό
που πισωγυρνά στο χρόνο∙ κι επίσης αυτό
το επίμονο κλάμα των γλάρων: ίσως
από τα πουλιά των πύργων, που ο Απρίλης
τα σπρώχνει προς την πεδιάδα. Ήδη κοντά μου
ήσουν εσύ μ’ εκείνη τη φωνή∙
και θα ‘θελα το ίδιο σε σένα να ‘φτανε,
τώρα, από μένα η ηχώ μιας θύμησης,
σαν εκείνο το σκοτεινό μουρμουρητό της θάλασσας.

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο", Μέρα τη Μέρα, 1946




ΥΓ. Εννοείται, δεν ξέρω καθόλου ιταλικά _μπορεί ήδη να το 'χω βουλιάξει το πλοίο...


Λίγοι στίχοι την ημέρα
"S'ode ancora il mare

Μουσικές
Yann Tiersen, Les retruvailles, "
La plage"

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2009

Seasonal Affected Disorder (SAD)

ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Λευκό τα μεσάνυχτα –όλα είναι καινούργια, λες και
ο κόσμος άρχισε σήμερα. Τα χωράφια είναι βολεμένα

κάτω από ένα παχύ στρώμα, τα πουλιά αναχώρησαν,
ένα σκυλί εγκαταλείπει το αφεντικό του και φεύγει∙
κι οι πόλεις όλες είναι καθηλωμένες και κλειστές.
καρφωμένες με ξύλινους πασσάλους,
ούτε τρένο επιστροφής, ούτε σφηνάκι για το δρόμο.

Κανείς δεν ξέρει τι χάθηκε κάτω απ’ το χιόνι,
τι διαδρομές έσβησαν στη διαδρομή, τι νερό κύλησε,
τι αλλαγή θέσης συνέβη πραγματικά,
τι αλλαγή μέσα μας, τι αγριεμένη παγωνιά∙
και τίποτα δεν αφανίζει ούτε αφανίζεται, παρά μόνο οι χειμώνες
από την καλοκαιρία∙ σαν χιονάνθρωποι έτοιμοι να φύγουν,
που η αγάπη τους είναι κρύα, που η αγάπη τους δεν είναι αρκετά κρύα.

Μάθιου Χόλις


Jean-Baptiste Armand Guillaumin,
Chemin creux, effet de neige, 1869

…στα μέρη μας, ο Φεβρουάριος είναι περίπου η εποχή που _ανεξαρτήτως καιρού_ το αίμα μοιάζει να παγώνει στις φλέβες του χρόνου κι ένα παχύ στρώμα χιονιού _ανεξαρτήτως καιρού_καθηλώνει τις εσωτερικές διαδρομές, αφανίζοντας κάθε ίχνος από αφετηρίες και τέρματα∙ το εύκολο είναι να προσποιηθεί κανείς ότι περιμένει την άνοιξη∙ το δύσκολο είναι να πάρει το πινέλο στα ναρκωμένα του δάχτυλα και να χρωματίσει την εντύπωση της κίνησης που κρύβεται ανάμεσα στο cold και στο not cold enough…



WINTER ΒΡΕΑΚ

White at midnight _ all is new, as if
the world began today. The fields are thick
and neatly tucked, the birds have packed,
a dog gives up its man and goes;
and all the towns ate chocked and closed,
pinned in place by wooden poles,
no last train home, no chaser for the road.

No one knows what’s lost beneath the snow,
what ways gave up to way, what water flowed,
what change of place there really was,
what change in us, what roughing frost;
and nothing kills or is killed off, but winters
from the thaw; like snowmen getting up to go,
whose love is cold, whose love not cold enough.

(Matthew Hollis, Groundwater, Bloodaxe Books, 2004)



[Και, με αφορμή ένα σχόλιο για χιόνια...
Snow poem by Archibald Lampman
...και ξωτικά:
Snow music by Loreena McKennit]

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 09, 2009

JUST homework

Georgia O'Keefe, An orchid, 1941



At Baia

Θα 'πρεπε να το φανταστώ
πως στ’ όνειρο θα μου 'φερνες
κάτι όμορφο, κι επίφοβο,
ορχιδέες σε μια πελώρια ανθοδέσμη,
αφού ποιος θα 'λεγε (στ' όνειρο)
«αυτό σου στέλνω,
εγώ που άφησα αφίλητες
τις γαλάζιες φλέβες του λαιμού σου».

Τι έγινε και τα χέρια σου
(που δεν κράτησαν ποτέ τα δικά μου),
τα χέρια σου που τα 'βλεπα
να πλανιούνται πάνω στ' άνθη
τόσο προσεκτικά,
τα χέρια σου, τόσο εύθραυστα, που φρόντιζαν
να σηκώνουν τόσο απαλά τα εύθραυστα λουλούδια_
αχ, αχ, πώς έγινε

Ποτέ δεν έστειλες (στ’ όνειρο)
τη μορφή την ίδια, το άρωμα το ίδιο,
όχι βαρύ, όχι αισθησιακό,
μα επίφοβο_επίφοβο_
από ορχιδέες σε μια πελώρια ανθοδέσμη,
και τυλιγμένα με αστραφτερή κορδέλα,
δυο λόγια:

«Λουλούδι σταλμένο σε λουλούδι∙
για χέρια λευκά, το υποδεέστερο λευκό,
το λιγότερο όμορφο του φύλλου»

ή

«Αγάπη σε μια αγάπη, ούτε φιλί,
ούτε άγγιγμα, αλλά παντοτινά αυτό».

Χίλντα Ντούλιτλ



(Μόνο homework... για "σοβαρή" μετάφραση, not in my dreams! _καθώς, εκτός των άλλων, στην περίτπωση της Ντούλιτλ το lover to lover γίνεται μεταφραστικός γρίφος και ο τίτλος είναι ένα μυστήριο που δεν αφήνει ίχνη μέσα στο ποίημα.)

Κυριακή, Οκτωβρίου 19, 2008

Η επιμονή της μνήμης

Σαλβαδόρ Νταλί, Η επιμονή της μνήμης


Η Ανάμνηση ξανά πια δεν βλασταίνει
‘Ο,τι κι αν κάνεις, αν χάσει τις ρίζες_
Το Χώμα κι αν σωριάσεις γύρω-γύρω
Και όρθια καταφέρεις να τη στήσεις
Ίσως ξεγελαστεί η Οικουμένη
Αλλ’ όμως το Φυτό δεν θ’ αναστήσεις_
Η Μνήμη η γνήσια φορά παπούτσια
Φτιαγμένα από την Αντοχή του Κέδρου_
Μα ούτε να Την κόψεις θα μπορέσεις
Αν έχει έστω μια φορά βλαστήσει_
Πάλι τα σιδερένια της Μπουμπούκια
Θ’ ανθίσουνε, όσες φορές κι αν πέσουν_


(Emily Dickinson, poem 1508)



Wim Mertens, Often a bird

Τάδε έφη Έμιλυ. Εγώ, πάλι, λέω (άσχετα):
Ξεχνώ σημαίνει αρκούμαι να θυμάμαι.

Κυριακή, Αυγούστου 31, 2008

End of Summer (1)


As imperceptibly as Grief
The Summer lapsed away—
Too imperceptible at last
To seem like Perfidy—
A Quietness distilled
As Twilight long begun,
Or Nature spending with herself
Sequestered Afternoon—
The Dusk drew earlier in—
The Morning foreign shone—
A courteous, yet harrowing Grace,
As Guest, that would be gone—
And thus, without a Wing
Or service of a Keel
Our Summer made her light escape
Into the Beautiful.


Τόσο αδιόρατα σαν Θλίψη
Κύλησε το Καλοκαίρι_
Τόσο αδιόρατα στο τέλος
Να φαίνεται σαν Δόλος
_
Μια Γαλήνη εστάλαζε
Σαν Σούρουπο που ‘χε αρχίσει,
Ή σαν ήσυχο Απόγευμα
Που μόνη περνούσε η Φύση_
Το Σύθαμπο έσβηνε νωρίς_
Η Αυγή έλαμπε σαν ξένη_
Μια Χάρη αβρή, μα θλιβερή,
Σαν Ξένος, που θα φύγει_
Κι έτσι χωρίς ένα Φτερό
Ή μιας Καρίνας τη γραμμή
Το Θέρος μέσ’ στην Ομορφιά
Σ’ ανάλαφρη όρμησε φυγή
.

(Emily Dickinson, 1540, Emily Dickinson H Ποιήτρια των επoμένων εποχών, εκδόσεις Γαβριηλίδη, μετάφραση Κώστας Ιωάννου)


Προσωπικά, θα μετάφραζα ανεπαίσθητα, γιατί μου φέρνει στον νου το «ανεπαισθήτως» του Αλεξανδρινού. Θ’ απάλλασσα, επίσης, ασυζητητί το καλοκαίρι μου από τη βαριά κατηγορία (πολύ ανεπαίσθητα για να το πεις δόλο) με την έγκριση, ελπίζω, της λευκής οπτασίας που μου μειδιά με τρυφερή συγκατάβαση ανάμεσα στις γραμμές, αποδίδοντάς του μόνο ένα πταίσμα, ότι την έκανε με μικρά πηδηματάκια (το θέρος μας ανάλαφρα το 'σκασε προς την Ομορφιά) αφήνοντάς με στο έλεος της αβρής μα σπαρακτικής Χάρης ενός Καλεσμένου που θα φύγει.

Μα, πάλι, εγώ δεν τα καταφέρνω με τις ρίμες και τα μέτρα.




Καλό μας Σεπτέμβριο.


Τετάρτη, Ιουνίου 04, 2008

Insomnia (ή, Της νύχτας τα καμώματα)


The Heart Asks Pleasure First

The heart asks pleasure first
And then, excuse from pain-
And then, those little anodynes
That deaden suffering;

And then, to go to sleep;
And then, if it should be
The will of its Inquisitor,
The liberty to die.

Emily Dickinson



Michael Nyman, "The heart asks pleasure first" (The Piano)


Η καρδιά την ηδονή πρώτα ζητά
Κι ύστερα, ν' απαλλαγεί απ’ την οδύνη-
Κι ύστερα, εκείνα τα μικρά αναλγητικά
Που απονεκρώνουν τον πόνο·

Κι ύστερα, ν' αποκοιμηθεί·
Κι ύστερα, αν αυτό είναι
Το θέλημα του Ιεροεξεταστή της,
Το δικαίωμα να πεθάνει


*the liberty: την ελευθερία; το δικαίωμα; την άδεια; το προνόμιο; Αχ, Έμιλυ!

Τετάρτη, Απριλίου 09, 2008

Not even...



"ούτε καν τα φύλλα"

ούτε καν τα φύλλα
γίνεται να πέσουν με τόση απαλότητα
ή να τ’ αγγίξει κανείς τόσο ελαφρά όσο το άγγιγμά σου

στο οποίο, πολύ απλά, ξετυλίγομαι
όπως ξετυλίγεται ένα φύλλο στις αρχές της άνοιξης, ή
διπλωμένο, ξεδιπλώνεται μες στη μισάνοιχτη παλάμη σου

αν όμως δεν το θες, αντί γι’ αυτό θα τυλιχτώ
όπως τυλίγεται ένα φύλλο έτοιμο να πέσει
που διπλώνεται μόνο του ξανά και ξανά

κι εσύ θα περάσεις
κι ο χειμώνας θ’ αντηχήσει
εκκωφαντικά

Matthew Hollis, Ground Water, Bloodaxe Books, 2004.

Get this widget Track details eSnips Social DNA

Ludwig Van Beethoven, Spring Sonata

Σε πρώτη ανάγνωση μοιάζει ίσως ανεπίκαιρο εποχικά· ωστόσο επειδή ο ποιητής αφήνει, νομίζω, ανοιχτή την προοπτική (Aprilis < aperire =" ανοίγω)", επειδή στον Ναυτίλο άρεσε επίσης πολύ το προηγούμενο ποίημα και, τέλος, επειδή ο φετινός Απρίλης είναι serial killer... για όλους αυτούς τους λόγους _και για τον επιπρόσθετο ότι εξακολουθεί το blogger's block_ συνεχίζω με Matthew Hollis.


"not even the leaves"

not even the leaves
can lay down with such gentleness
or be touched so lightly as by your touch

in which I am, very simply, uncurling
as a leaf uncurls in first spring, or
folded, unfolds in your opening palm

which should you not want, I will curl
instead as a leaf curls towards fall
folding over and over itself

and you will go by
and the winter will echo
enormously

Δευτέρα, Μαρτίου 31, 2008

April fool

Βρέχει τη νύχτα

Κι έτσι έρχεται στον νου μου εκείνος ο μύθος
του βουνίσιου που δεν είχε δει ποτέ του θάλασσα
και που μια μέρα άνοιξε την πόρτα του
και δεν αντίκρυσε τίποτε άλλο παρά ωκεανό–

ο δρόμος για το χωριό και το χωριό χαμένα,
ούτε καν ένα μονοπάτι ή ένα λιβάδι
μόνο η θάλασσα να γλείφει το λιθόστρωτο
καλώντας τον σαν πολλά χέρια που γνέφουν.

Υπάρχει βέβαια, σ’ αυτή την ιστορία, ένα ψεγάδι,
ένα ψεγάδι όχι ανυπόστατων διαστάσεων.
Αλλά μερικές φορές ξυπνώ σ’ ένα υπνοδωμάτιο
μετά που έχεις φύγει, από άρωμα αλμύρας,

με σταγόνες θαλασσινού νερού στα σανίδια· ακούγοντας τον παφλασμό
των έξω-πραγμάτων να μπαίνει μέσα –που σίγουρα θα έπαυε
αν ποτέ αποτολμούσα ν’ ανοίξω την πόρτα
και να βαδίσω πάνω σε ό,τι ίσως είναι νερό.

Matthew Hollis, Ground Water, Bloodaxe Books, 2004.


(Philip Glass, Truman sleeps, from The Truman Show)

Γιατί άλλη μια μετάφραση; Γιατί πάει καιρός που δεν έχω να λέω δικά μου πράγματα (τουλάχιστον όχι αυτά και όχι έτσι που θα 'θελα να τα πω), κι αυτό φαίνεται. Μα και γιατί, άλλη μια φορά μ΄έναν περίεργο τρόπο, με τον τρόπο των ξορκισμένων συμπτώσεων, είναι πολύ κοντά σ' ένα όνειρο που βλέπω πού και πού, στα διαλείμματα της αϋπνίας· και τη μέρα ξεφυλλίζω τα σπαράγματα των ψυχαναλυτικών μου γνώσεων και προσπαθώ να προσεγγίσω την αληθινή φύση αυτού που ίσως είναι νερό...

Καλόν Απρίλη!


It Rains during the Night

So I am reminded of that tale
of the hill man who' d never seen sea
and how one day he opened his door
to look out on nothing but ocean_

the road to the village and the village gone,
nothing so much as a path or a lawn
just the sea lapping the flagstone
waving him in like so many cupped hands.

There is in this story, of course, a flaw,
a flaw of not insubstantial demands.
But sometimes I wake in a nightroom
after you' ve gone, to a perfume of salt,

seawater beading the boards· listening to the lap
of out-things getting in_which surely would stop
if ever I would venture to open the door
and step out on the might-be of water.

Τετάρτη, Μαρτίου 12, 2008

Sailing alone around the room

"All imperfect things", The piano sings, Michael Nyman


Χωρίς άγγιγμα

Η καρτούλα του πόθου είναι κολλημένη πάνω απ’ την καρδιά μου
κι όμως δεν αγγιζόμαστε, όπως τα πράγματα

σε μια κακοφτιαγμένη νεκρή φύση
όπου το μαχαίρι φαίνεται να αιωρείται πάνω απ’ το πιάτο
που κι αυτό κάπως πλανιέται πάνω απ’ το τραπέζι,

με το μήλο, το αχλάδι και το ποτήρι του κρασιού στη σειρά
να έχουν ξεχάσει το νόμο της βαρύτητας,
αρνούμενα να μείνουν ακίνητα,

σαν ο ζωγράφος να τα είχε συλλάβει όλα
σε μια σπάνια στιγμή αργής πτήσης
μόλις πριν εγκαταλείψουν το δωμάτιο
γλιστρώντας από ένα παράθυρο απόλυτα ρεαλιστικού ηλιόφωτος.



Still life moving fast, Salvador Dali, 1956


Not touching

The valentine of desire is pasted over my heart
and still we are not touching, like things

in a poorly done still life
where the knife appears to be floating over the plate
which is itself hovering above the table somehow,

the entire arrangement of apple, pear, and wineglass
having forgotten the law of gravity,
refusing to be still,

as if the painter had caught them all
in a rare moment of slow flight
just before they drifted out of the room
through a window of perfectly realistic sunlight.



Vade Mecum

Θέλω το ψαλίδι να είναι κοφτερό
και το τραπέζι απόλυτα ίσιο
όταν με κόψεις από τη ζωή μου
και με κολλήσεις σ' εκείνο το βιβλίο που κουβαλάς πάντα μαζί σου.



Scissors cuts papers, Julian Durado

Vade Mecum

I want the scissors to be sharp
and the table to be perfectly level
when you cut me out of my life
and paste me in that book you always carry.



Τα ποιήματα, που πρόχειρα και prima vista μεταφέρω ευκαιρίας δοθείσης, είναι του Billy Collins από τη συλλογή Sailing alone around the room...


(...το οποίο άθλημα μοιάζει ασφαλές και ανώδυνο, αλλά μπορεί να μεταβληθεί σε extreme sport όταν ασκείται χωρίς πυξίδα και πλωριά γοργόνα).


Κυριακή, Μαρτίου 02, 2008

Κάτι για να λέμε

Δωμάτιο αγοριού

Ένας φίλος είδε τα δωμάτια
Του Κητς και του Σέλεϋ
Στη λίμνη, και είδε ότι «δεν ήταν παρά
Δωμάτια αγοριών» και συγκινήθηκε
Απ’ αυτό. Και στ’ αλήθεια το δωμάτιο ενός ποιητή
Είναι το δωμάτιο ενός αγοριού
Και φαντάζομαι ότι οι γυναίκες το ξέρουν.

Ίσως ο αν-όμορφος τραπεζίτης
Είναι συναρπαστικός για μια γυναίκα, ένας άντρας
Κι όχι ένα αγόρι που προσπαθεί
Ν’ ανασάνει πάνω στο σώμα ενός κοριτσιού.


Τζορτζ Όπεν




Boy’s Room

A friend saw the rooms
Of Keats and Shelley
At the lake, and saw «they were just
Boys’ rooms» and was moved
By that. And indeed a poet’s room
Is a boy’s room
And I suppose that women know it.

Perhaps the unbeautiful banker
Is exciting to a woman, a man
Not a boy gasping
For breath over a girl’s body.

George Oppen


Τυχαία (πάντα έτσι λέω, αλλά πάντα τυχαία είναι, ορκίζομαι!) έπεσα πάνω στο ποίημα του αγαπημένου μου (έχω ξαναγράψει) George Oppen, τον οποίο έχω γνωρίσει κυρίως από το εμβληματικό έργο του, το Of Being Νumerous. Και σήμερα είδα αυτό κι έμεινα άφωνη. Για τη συγκίνηση που καταφέρνει να μεταδώσει, παρά το ότι τηρεί (τυπικά γι’ αυτόν) την απόσταση από τους ίδιους του τούς στίχους και από τον αναγνώστη (ακόμη και όταν χρησιμοποιεί τη φορτισμένη λέξη «συγκινήθηκε»)· για την πονηριά «a friend saw»…«and saw» _ένας φίλος; μια φίλη; για το καταπληκτικό «εφέ» με το «gasping for breath», που αρχικά το απέδωσα «λαχανιάζοντας» σαν απλή εικονο-ακουστική απόδοση της ερωτικής πράξης, μέχρι που έριξα μια ματιά στις βιογραφίες των δυο αναφερόμενων ποιητών, οι οποίοι πέθαναν και οι δυο νεότατοι _σχεδόν «αγόρια»_ ο μεν Κητς από φυματίωση, σε μια κρίση άσθματος, ο δε Σέλεϋ από πνιγμό στη θάλασσα· και για τη διπλή αμφισημία των δύο τελευταίων στίχων, που θα μπορούσαν να μιλάνε, επίσης, για τη συνεύρεση του, εσαεί νέου στο πνεύμα, ποιητή με την εσαεί ερωμένη του, την ποίηση _συνεύρεση που διαθέτει (εσαεί), υποθέτω (οι γυναίκες το ξέρουν), τα στοιχεία της πρωτόγνωρης ερωτικής πράξης : δέος, υπέρτατη ηδονή και στιγμιαίο θάνατο.

(Συγχωρήστε με γι’ αυτή την υπερανάλυση. Θα έπρεπε να διαπομπεύουν όποιον, επώνυμο ή άγνωστο, επαγγελματία ή ερασιτέχνη, αποτολμά περιττές κουβέντες και υποθέσεις πάνω στον ποιητικό λόγο _ ο οποίος οφείλει να εξασφαλίζει μόνος την επικοινωνία του με τον (αληθινό) αναγνώστη του, και αυτό να είναι και το εύσημό του. Αλλά παρασύρθηκα…)

Υ.Γ. Κι ελπίζω να με συγχωρήσει ο (σαφώς γενναιόψυχος) φίλος Adaeus, που για δεύτερη φορά στη διάρκεια της γνωριμίας μας του επιστρέφω πρόσκληση για παιχνίδι (αυτό με τα δύο τραγούδια που θα λέγαμε αντί "σ' αγαπώ" κλπ.), αλλά δυο απανωτά μπλογκοπαίχνιδα μου 'ρχονταν λίγο βαριά _άσε που δεν γίνεται να «πειράζω» συνεχώς τους κανόνες!

Πέμπτη, Φεβρουαρίου 14, 2008

Ταξίδια

Ένα ποίημα σαν πίνακας Γιαπωνέζου ζωγράφου της περιόδου του Έντο γραμμένο από έναν σύγχρονο Ιρλανδό. Καθόλου κακό ταξίδι για το τέλος μιας άχαρης μέρας...
(Τι μουσική θα ταίριαζε, όμως; Κι έχω άραγε αποδώσει σωστά τον προτελευταίο στίχο;)



Katsushika Hokusai, Pink and Red Peonies Blown to the Left in a Breeze and a Butterfly


ΚΟΚΚΟΣ ΡΥΖΙΟΥ

Τύλιξε το ποίημά μου γύρω απ' τα κινέζικά ξυλάκια σου για να τα κρατήσεις καθαρά.
Μόλις που σε ξέρω. Δεν θέλω να πεθάνεις. Τα ονόματά μας
χωράνε σ’ έναν κόκκο ρυζιού σαν τα δυο σπουργίτια του Χοκουσάι,
ή, σαν το αλογάκι της Παναγίας και την κίτρινη πεταλούδα,
είμαστε μια παρέα στον κήπο όπου τίποτε δεν φυτρώνει άλλο από πέτρες.
Δεν καταλαβαίνω τους χαρακτήρες: φως του ήλιου μέσ' απ' τα φύλλα,
ένα πλέγμα από κισσό, σαν δάχτυλα που χαϊδεύουν ένα κύπελλο, το πρόσωπό σου
σε θραύσματα εκεί που ένας κυπρίνος φιλά το φεγγάρι, ο καταρράκτης
όπου τα πτερύγιά του θα στροβιλιστούν πέρα απ' το βλέμμα μας ανεβαίνοντας προς τον ουρανό.
Τύλιξε το ποίημά μου γύρω απ' τα κινέζικα ξυλάκια σου για να τα κρατήσεις καθαρά.
Σημαίνει αυτό ότι δεν θα έχω πάρει ένα και μόνο φιλί για πάντα;
Το ασύλληπτο στήθος σου γίνεται ο βωμός του μεταξοσκώληκα.


Michael Longley


Katsushika Hokusai, Swimming Carp



A GRAIN OF RICE

Wrap my poem around your chopsticks to keep them clean.
I hardly know you. I do not want you to die. Our names
Fit on to a grain of rice like Hokusai’s two sparrows,
Or else, like the praying mantis and the yellow butterfly,
We are a crowd in the garden where nothing grows but stones.
I do not understand the characters: sunlight through leaves,
An ivy pattern like fingers caressing a bowl, your face
In splinters where a carp kisses the moon, the waterfall
Up which its fins will spiral out of sight and into the sky.
Wrap my poem around your chopsticks to keep them clean.
Does it mean I shall not have taken one kiss for ever?
Your unimaginable breasts become the silk-worm’s shrine.

Σάββατο, Φεβρουαρίου 02, 2008

Homework

(BIRTHDAY, by Louise Glück)

ΓΕΝΕΘΛΙΑ

Παραδόξως, μπορώ να κοιτάζω
πενήντα χρόνια πίσω. Κι εκεί, στην άκρη του βλέμματος,
μια ανθρώπινη ύπαρξη ήδη εντελώς αναγνωρίσιμη,
με τα χέρια πλεγμένα στα γόνατα και τα μάτια
ν’ ατενίζουν το μέλλον με τον τρόμο
και μαζί την απελπισία μιας ψυχής που περιμένει τον αφανισμό.

Εντελώς οικεία, αν κι ακόμη, βέβαια, πολύ νέα.
Να κοιτάζει τυφλά μπροστά, με την έκφραση κάποιου που ατενίζει το απόλυτο σκοτάδι.
Και να σκέφτεται _που σήμαινε, θυμάμαι, τις απόπειρες του μυαλού
να εμποδίσει την αλλαγή.

Οικεία, αναγνωρίσιμη, αλλά ήδη βαθιά μόνη, ήδη απελπισμένη.
Δεν ανταποκρίνεται, κατά την άποψή της, στον ορισμό
του παιδιού, κάποιου που έχει τα πάντα να περιμένει με λαχτάρα.

Έτσι μοιάζουν οι άλλοι· έτσι, επομένως, είναι.
Φλερτάροντας αδιάκοπα με τη φωτογραφική μηχανή, πολλοί απ΄αυτούς
χαμογελώντας πραγματικά με απόλυτη πειστικότητα_

Get this widget Track details eSnips Social DNA

Τη θυμάμαι αυτή την ηλικία. Ποτισμένη από αμφισβήτηση κι απέχθεια για τον εαυτό της
και την ίδια στιγμή πλημμυρισμένη με περιφρόνηση για τα κοινά, για το συνηθισμένο· διαρκώς
παραδομένη στη μοναξιά, στη θλιβερή παραμυθία της αντίληψης, σ’ ένα μέλλον
απόλυτα κυριαρχημένο απ’ το τραγικό, που δεν χρησίμευε στην τεράστια επιθυμία
παρά για να το αποκρούσει_

Αυτό είναι το πρόβλημα με τη σιωπή:
δεν μπορεί κάποιος να ελέγξει τις ιδέες του.
Γιατί δεν είναι ιδέες, είναι η αλήθεια.

Όλες οι άμυνες, η πνευματική ακαμψία, το επίμονο
ξεγύμνωμα του καθημερινού για ν’ αποκαλύψει το τραγικό,
στην πραγματικότητα ήταν μόνο αφελής αντίληψη του κόσμου.

Εννοώντας το μερικό, το μεταβαλλόμενο, το ρευστό_
όλα όσα αποκλείει το απόλυτο. Καθόμουν στο σκοτάδι, στο σαλόνι.
Τα γενέθλια είχαν τελειώσει. Αναλογιζόμουν, φυσικά, τον χρόνο.
Θυμάμαι το πώς, σχεδόν ταυτόχρονα,
η καρδιά μου σκίρτησε περιχαρής και κατέρρευσε
μέσα σε οδυνηρή αγωνία. Το σκίρτημα_ το μισό που δεν μέτρησα_
αυτό ήταν η ευτυχία· να τι σήμαινε η λέξη.

Λουίζ Γκλικ


(ΥΓ. Για το κουραστικό παιχνιδάκι με τις αποχρώσεις της γραμματοσειράς φταίει ο Blogger, που επέμενε να έχει άποψη για το "σπάσιμο" των στίχων.)

Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2007

Une bonne nuit



CHILD

Your clear eye is the one absolutely beautiful thing.
I want to fill it with color and ducks,
The zoo of the new
Whose name you meditate --
April snowdrop, Indian pipe,
Little

Stalk without wrinkle,
Pool in which images
Should be grand and classical

Not this troublous
Wringing of hands, this dark
Ceiling without a star

Sylvia Plath




Το καθάριο βλέμμα σου είναι η μόνη απόλυτη ομορφιά.
Θέλω να τον γεμίσω με χρώματα και πάπιες,
Τον ζωολογικό κήπο του καινούργιου
Που τ' όνομά του αναλογίζεσαι-
Απριλιάτικε γάλανθε, ινδιάνικη πίπα,
Μικρέ

Μίσχε αρυτίδωτε,
Λιμνούλα που θα 'πρεπε να αντανακλάς
Εικόνες μεγάλες και σπουδαίες

Κι όχι αυτό το αγωνιώδες
Μπλέξιμο των χεριών, αυτό το σκοτεινό
Ταβάνι χωρίς ούτ' ένα αστέρι.

(Αφιερωμένο. Για φυλαχτό...)


Αναγκάστηκα να (ξανα)διαβάσω Σύλβια Πλαθ. Όχι ότι δεν με σαγηνεύει η ποίησή της. Μα είναι σαγήνη σκοτεινή και μαρτυρική, και συνήθως οι στίχοι της (ένας προς έναν) πονάνε σαν χειρουργικό εργαλείο που μπήγεται μέσα σου επιδέξια και ευθύβολα, αλλά χωρίς αναισθητικό. Δεν νομίζω ότι το κυριακάτικο απόγευμα, με το γνωστό context, αντέχει αυτά που αναγκάστηκα να ξαναδιαβάσω.
Ωστόσο βρήκα κάπου το παραπάνω, απ' όσο ξέρω ένα από τα λιγότερο "παινεμένα" της, όπου τουλάχιστον υπονοεί, δεν ξεφωνίζει, τη φρίκη που της υποβάλλουν η ευφυΐα, η ευαισθησία, η δημιουργικότητα και η τρέλα (η θεία μανία) με τις οποίες την προίκισαν και την καταράστηκαν οι Μοίρες της, αφήνοντας την αρχετυπική μάνα να εκφράσει με άπειρη τρυφερότητα όλη τη λατρεία και το σπαραγμό για ό,τι πιο πολύτιμο μέλλει (και το ξέρει) ν΄απαρνηθεί εξαιτίας τους.