Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009

a poem of a week

Η ΚΑΛΟΣΥΝΗ ΕΝΟΣ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΜΕΤΡΙΕΤΑΙ ΑΠΟ

Η καλοσύνη ενός ανθρώπου μετριέται
από τα λόγια που λέει σ’ ένα σκυλί
όταν αναγκάζεται να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι
καταμεσής μιας χειμωνιάτικης νύχτας
γιατί κάποιο βρομόσκυλο γαβγίζει συνεχώς∙

και πάει ν’ ανοίξει την πόρτα
με τη φανέλα και το σώβρακο
κι εκεί στη χιλιοσκαμμένη αλάνα
που την αποκαλούν μπροστινό γήπεδο
βρίσκει τον κόπρο με την πατούσα

σηκωμένη όλο προσδοκία
και με μια έκφραση που λέει Δόξα τω Θεώ
για μια στιγμή νόμισα
πως μόνο εγώ ήμουν ξύπνιος
σ’ αυτή τη γαμημένη πόλη


Πατ Μπόραν

από εδώ

A MAN IS ONLY AS GOOD... (2007, το πρωτότυπο και απαγγελία από τον Pat Boran)

(έφτασε στο μέιλ μου ως poem of the week από τo poetry international web και κάτι μου 'καναν αυτοί οι απλοί στίχοι που (για μένα) λένε πολλά χωρίς να εκβιάζουν συγκίνηση∙ στην απόδοση του τίτλου και του πρώτου στίχου ίσως αυθαιρετώ προς το ηθικο-μελό, αλλά έτσι μου βγήκε φραστικά...)

Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009

Μαρίνα

Μαρίνα Τσβετάγεβα,"ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΛΙΚΩΝΑ", εκδ. Γαβριηλίδης, μετάφραση από τα γαλλικά Δήμητρα Κονδυλάκη
(αποσπάσματα από το ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ)


[…]
Η αιωνιότητά μας είναι αιωνιότητα της μιας ώρας, που κοντεύει να περάσει. Και δεν θέλω από σας παρά τούτο το μόνο πράγμα: την άδειά σας να σας αγαπώ, τίποτε άλλο εκτός από αυτές τις φτωχές λέξεις: «Αγάπα με όπως επιθυμείς _κι όπως δεν επιθυμείς: με όλη εσένα».
Δε μιλώ για τη ζωή. Δε μιλώ για τις ώρες που περνούν. Ξέρω ότι όλες οι ζωές και όλες οι ώρες είναι πιασμένες και είμαι η τελευταία που θα ‘θελε να καταπατήσει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών (δικαιώματα και ιδιοκτήτες, δύο πράγματα που περιφρονώ εξίσου). Η αγάπη μου δεν αντιστοιχεί σε κανέναν χρόνο, σε κανένα τόπο.
[…]
Ποιος χρόνος κατάφερε να κρατήσει μέσα του τον έρωτα, αφού ξεχειλίζει κατά κύματα από την ψυχή την ίδια (σε αγαπώ τόσο που δεν αντέχω! _ Πού; _ Μέσα στο σώμα μου!), αφού η πρώτη του λέξη είναι «πάντα» και η τελευταία «ποτέ». Τα μεσάνυχτα δεν του ταιριάζουν περισσότερο απ’ ό,τι το μεσημέρι, όλα αυτά είναι ερωτικά κλισέ _τόσο φθαρμένα από τη χρήση! Εκείνο που κρατάει ο χρόνος νομίζοντας πως κρατά τον έρωτα είναι κάτι άλλο. Είναι η παραίτηση απ’ αυτόν.
[…]



Ο ουρανός είναι ολοκάθαρος. Αριστερά, πάνω από το νέο καμπαναριό, η αυγή. Είναι αθώο και αιώνιο. Σε αγαπώ όπως θα μπορούσα να έχω αγαπήσει τον γιο σου, που θα έπρεπε εσύ να είσαι.
Μη νομίζεις ότι περιφρονώ την απλή, γήινη ύπαρξή σου. Σε αγαπώ ολόκληρο, με το βλέμμα σου, με το χαμόγελό σου, με τις διαθέσεις σου, με την έμφυτη, γενετική, εκ γενετής τεμπελιά σου, με όλη τη σκοτεινή (για σένα, όχι για μένα) αρχή της ψυχής σου: της καλοσύνης σου, της συμπάθειάς σου, της άρνησής σου. Ας μην είναι όλα αυτά ούτε για μένα, ούτε εξαιτίας μου _τι σημασία έχει! Θέλω τόσα πολλά από σένα _που δεν θέλω απλώς τίποτα. (Ας μην αρχίσω καλύτερα!)
Αλλά να ξέρεις, οικοδεσπότη μου της μιας ώρας, ότι ποτέ καμιά δεν σε… (όχι τόσο, μα έτσι. Έτσι ακριβώς, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον δικό μου τρόπο). Κι ότι ακόμα κι αν σ’ αφήσω, ακόμα κι αν σε παραχωρήσω _όπως παραχωρώ τα πάντα στους πάντες, κι αφήνω να με προσπερνά ο καθένας _δεν θα σ’ εγκαταλείψω ποτέ.
Φως της
αυγής. Είμαι ήρεμη σαν νεκρή και μες την απόλυτη αυτή καθαρότητα ουρανού και πνεύματος, σου λέω: «Μαζί σου χρειάζομαι εξίσου το εσωτερικό της καλύβας και το απέραντο της νύχτας. Όλη τη νύχτα έξω κι όλη τη νύχτα μέσα».
Τι αθλιότητα η ζωή στη γη! Τι εγκατάλειψη!
Σφίγγω το χέρι σου στα χείλη μου. Γράψε μου, γράψε μου επιτέλους. Θα κοιμηθώ με το γράμμα σου. Μου χρειάζεται κάτι ζωντανό από σένα.
Ο ουρανός είναι γεμάτος ροζ αχηβάδες. Αν ο ουρανός είναι η ακτή, τι θα’ ναι άραγε η θάλασσα; Είναι η ώρα η πιο μυριστική. Κοιμήσου ειρηνικά. Τα πρώτα βήματα στον δρόμο. Ένας εργάτης περνάει. Και τα πουλιά.

Η αυγή μιας μέρας του Ιουνίου, Σάββατο.


Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2009

Ποιητικός (εκπληκτικός) Μπέκετ

Χωρίς
[...]
Καρδιά που χτυπάει μικρό σώμα
μόνο ορθό γκρίζο πρόσωπο χαρακτηρι-
στικά πατηκωμένα δύο ξεπλυμένα γαλα-
νά. Μόνο ορθό μικρό σώμα γκρίζο λείο
καμία προεξοχή ελάχιστες τρύπες.
Πάντα μόνο όνειρο οι μέρες και νύχτες
καμωμένες από όνειρα άλλων νυχτών
καλύτερων ημερών. Θα σαλέψει μες
στην άμμο κάτι θα σαλέψει στον ουρανό
τον αέρα την άμμο. Eνα βήμα στα ερείπια
στην άμμο σερνάμενος με τη ράχη του
στο αχανές θα το κάνει. Πάντα μόνο σιω-
πή τέτοια που στη φαντασία αυτά τα τρελά
γέλια αυτές οι κραυγές.

Αληθινό καταφύγιο επιτέλους σκόρπια
ερείπια ίδιο γκρίζο όπως η άμμος.
Πάντα ήταν μόνο γκρίζος αέρας άχρονος
όλα ασάλευτα καμία πνοή. Aγραφες επιφά-
νειες απόλυτο λευκό ήρεμο μάτι φως του λο-
γικού όλα ξεχασμένα. Πάντα μόνο στο όνειρο
που χάθηκε η ώρα που περνάει ατέλειωτη σύ-
ντομη. Κύβος όλος φως απόλυτο λευκό άγρα-
φες επιφάνειες όλα ξεχασμένα.
[...]

Samuel Beckett

Απόσπασμα από το κείμενο «Χωρίς»,
μτφρ.-σημ.: Παύλος Χριστοδουλίδης, Νεφέλη 1985

πηγή: το "Ποίημα της εβδομάδας", από το ηλεκτρονικό περιοδικό
Poema του Βασίλη Ρούβαλη

Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2009

overcrowded


"μα ούτε σ' ένα παραμύθι δε χωράω..."

Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009

Short dialogues 1

Ρενέ Μαγκρίτ, Η Αυτοκρατορία του Φωτός, 1954
(από εδώ)

Η ΔΙΤΤΗ ΟΨΗ ΤΩΝ ΠΡΑΓΜΑΤΩΝ

Εσύ θα διάλεγες τη γαλάζια διαφάνεια του ουρανού
(κάνοντας ίσως παραχώρηση στα σύννεφα),
την απατηλή οικειότητα του τοπίου.
Εμένα θα με κέρδιζαν οι σκιές του νυχτερινού σπιτιού
πίσω από το απόκοσμο φως του φαναριού
κι ο φευγαλέος αντικατοπτρισμός του στο νερό.

Η συνύπαρξή μας θα ήταν, λοιπόν, ανέφικτη
χωρίς τη μόνη δύναμη που μπορεί να αιχμαλωτίσει
το μυστηριακό σμίξιμο της μέρας με τη νύχτα
σ’ ένα σκηνικό σαγήνης που μας χωράει και τους δύο.

Ναι, τη δύναμη αυτή κι εγώ την ονομάζω
Ποίηση


(Για τον πίνακα αυτό, ο Μαγκρίτ έχει πει: «Το τοπίο μας κάνει να σκεφτούμε τη νύχτα, ο ουρανός την ημέρα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η ταυτόχρονη παρουσία της μέρας και της νύχτας έχει τη δύναμη να εκπλήσσει και να γοητεύει. Αυτή τη δύναμη την ονομάζω ποίηση».)

Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2009

Blog Action Day 2009 για το Περιβάλλον


Beverly Doolitle, The forest has eyes


Είμαστε κομμάτι της γης κι αυτή πάλι ένα κομμάτι από μας.
.....................................................................................

Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τα ζώα;

Αν εξαφανίζονταν τα ζώα, ο άνθρωπος θα πέθαινε από μεγάλη πνευματική ερημιά.

Ό,τι συμβεί στα ζώα θα συμβεί σύντομα και στον άνθρωπο.
.....................................................................................

Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό: Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανήκει στη γη .
.....................................................................................

Ο καιρός της δικής σας παρακμής είναι ακόμα μακριά, αλλά θα 'ρθει.
Κανείς δεν ξεφεύγει απ' το γραφτό του.

Μολύνετε το κρεβάτι σας και μια νύχτα θα πάθετε ασφυξία από τα ίδια σας τα απορρίμματα.
.....................................................................................

Πού είναι η λόχμη;
ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΗ
Πού είναι ο αετός;
ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ
Αυτό είναι το τέλος της ζωής και η αρχή του θανάτου
.
.....................................................................................

George De Forest Brush, The Picture Writers Story


Μετά από λίγους χειμώνες, μετά από λίγα φεγγάρια, κανένα
παιδί των μεγάλων φυλών δε θα μείνει για να πενθήσει ένα λαό που κάποτε ήταν δυνατός και με πολλές ελπίδες, όπως ο δικός σας σήμερα.
.........................................

Τι να πενθήσω;
Τι να πενθήσω απ' τον αφανισμό του λαού μου;

Οι λαοί αποτελούνται από ανθρώπους και οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν όπως τα κύματα της θάλασσας.



Τα αποσπάσματα πάρθηκαν από την έκδοση της ΚΟΑΝ, Πού είναι ο αετός, 1992, με την ιστορική απάντηση του αρχηγού της φυλής Ντουγάμε Σηάτλ στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Φράνκλιν Πιρς ο οποίος απαίτησε ν΄αγοράσει τη γη τους, το 1855.

Τα δύο τελευταία αποσπάσματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη κι ακόμη πιο τραγική επικαιρότητα, ύστερα από
την είδηση αυτή, που αποκαλύπτει για άλλη μια φορά ότι σκοτώνοντας το περιβάλλον σκοτώνουμε τον άνθρωπο και σκοτώνουμε τον άνθρωπο για να σκοτώσουμε ευκολότερα το περιβάλλον. Την είδηση, εγώ τουλάχιστον, την οφείλω στη φιλέρευνη και ανθρωπιστική πένα της φίλης και συμπλόγκερ Πόλυς Χατζημανωλάκη (ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ)


Οι πίνακες είναι από εδώ


Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2009

gone with the (autumn) wind

Zhu Daoping, Automn wind blows on the leaves



"αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα"

επίμονο γκρίζο
μέσα κι έξω απ’ το τζάμι∙
φθινοπωριάζει
♠♠

"αν κάθεσαι μπρος στην οθόνη
του υπολογιστή σου
και την κοιτάζεις με τις ώρες
και γέρνεις σαν καμπούρης
πάνω από τη γραφομηχανή σου,
γυρεύοντας με κόπο
τις λέξεις που δεν έρχονται,
μην το κάνεις"
♠♠♠

(αλλά...)

Ο αγρός φορά μιαν άλικη εσθήτα_
Πιο χαρωπή μαντίλα το σφενδάμι_
Παλιομοδίτισσα λοιπόν για να μην είμαι,
κι εγώ θα βάλω ένα μπιχλιμπιδάκι.
♠♠♠♠



ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ!


Άγγελος Εξάγγελος, Διονύσης Σαββόπουλος, ελεύθερη απόδοση του Wicked Messanger του Bob Dylan
♠♠ ξεπέτα/"αταξία" για να θυμάμαι τις παλιές καλές εποχές :)
♠♠♠ Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας, από την έκδοση ""Charles Bukowski, να περιφέρεσαι στην τρέλα", εκδόσεις Ηλέκτρα, μτφρ.: Σώτη Τριανταφύλλου, & (.poema..) τ.2, ευγενική χορηγία του ηλεκτρονικού περιοδικού Poema (Το ποίημα της εβδομάδας) στο μέιλ μου.
♠♠♠♠ (No 12), Emily Dickinson

Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009

INTERIORS

Vilhelm Hammershoi, Interior, Strangade 30, (1909)
(από
εδώ)


ΔΥΟ ΣΙΩΠΕΣ

Ι
Απαλά, πουπουλένια σκιρτήματα στον περιστερώνα∙
ένα στρίψιμο του λαιμού, ένα ανάδεμα των φτερών,
στις φωτεινές γρίλιες που αφήνουν οι σανιδένιοι τοίχοι_
όσο περίτεχνοι, όσο καλά μονταρισμένοι κι αν είναι–
σαν υπόνοια κάγκελων φυλακής∙
σκοποί ζεσταμένοι κι εκτοπισμένοι σαν νερό
που ξεχείλισε απ' το μπάνιο αναζητώντας ένα καλούπι:
μια μικρή παράσταση, με τη ζωηράδα τους συγκαλυμμένη,
με τη λευκότητά τους αντιληπτή παρά το σκοτάδι.

ΙΙ
Τα παιδιά σωπαίνουν με το αζημίωτο
Στα σεμνότυφα στόματα, στα ασκητικά βλέμματα,
υπάρχει κάποια μομφή. Ή μήπως εγώ είμαι που,
όταν ένα ένα παρεκτρέπονται
και επιστρέφουν στη φυσική κατάσταση
του θορύβου, θα ‘θελα να αφουγκράζονταν
πιο πολύ τον κόσμο, και να τον αμφισβητούσαν λιγότερο∙ θα ‘θελα
για τον εαυτό μου ένα πρόσχημα για να σωπαίνω,
ή αν μιλώ, να μιλώ καταναγκαστικά;

Φράνσις Λέβιστον


σιωπή (αντιστίξεις ατάκτως ερριμμένες):
χώρος ή κατάσταση;
φυλακή ή ελευθερία;
μομφή ή έπαθλο;
σκοπός ή μέσον;
πλούτος ή ένδεια;
αρετή (“κρείττον το σιγάν”) ή ιδιοτέλεια (“κρύβε λόγια”);
γυαλί που σπάει (διαφάνεια;) ή υγρό που ρέει (αίμα;);
φως ή σκοτάδι;
(και πάντως, και κυρίως) επιλογή ή καταναγκασμός;

εντέλει, “όσα δε φτάν’ η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια” ή “…πηδάει και τα φτάνει”;


TWO SILENCES

Ι
Soft, feathered stirrings in the dovecote;

a quirk of napes, a distinction of quills,/

in the slats of light the clapboard walls-/

no matter how well-made, how dove-tailed_/

admit, their suggestion of prison bars;/

airs warmed and displaced as water/

poured off the bath to discover a form:/

a number given, their quickness covered,/

their whiteness understoοd despite the dark./

II

The kids are doing sponsored silences./i

n the prim mouths, the ascetic looks,/

there is some reproach. Or is it in me,/

when one by one the forget themselves/

and return to the natural condition/

of noise, that I wish they had listened/

more to the world, and questioned less; I wish/

for myself an excuse to be silent,/

or if I speak, to speak from some duress?/

Frances Leviston


Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2009

Καλό καλοκαίρι!



ΦΟΛΕΓΑΝΔΡΟΣ

Ο άνεμος είναι μόνος.
Δεν μπορεί να έχει υπόσταση
στη θάλασσα, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του
όμως χιμάει παντού
μέχρι να συναντήσει μάρτυρες.
Οι πεζούλες του νησιού,
ο πάσσαλος ενός φράχτη για να τριφτεί ,
ελιές, τράγοι,
κι οι κάτοικοι του τόπου
τον κόβουν. Τώρα
φτάνει συνεχώς.
Αποκαμωμένος μερικές φορές
ξεθυμαίνει σε μουρμουρητό,
μεταφέροντας τη σκόνη από φύλλο σε φύλλο,
μετά δυναμώνει τη νύχτα,
από φόβο πως δεν μπορεί να δει ούτε τον εαυτό του
ούτε τίποτε άλλο, από φόβο
πως ο κόσμος
χάθηκε για πάντα.
Υπάρχει μια αίσθηση παιδικότητας
στη συνεχή παρουσία του,
στο πώς ακολουθεί και ουρλιάζει,
πώς διακόπτει
τις προσωπικές στιγμές σου
κυριεύοντάς τες στην παραλία το σούρουπο.
Θα ‘θελες να υπήρχε κάποιος θεός
για να του ζητήσεις να τον κατευνάσει,
κάποια τελετή,
κάποια τελετουργική θυσία
να ησυχάσει το μουγκρητό του και να τον αποκοιμίσει
μ΄ένα νανούρισμα,
αλλά δεν σου ‘χει μείνει τίποτα
να πιστεύεις_
μόνο ο άνεμος
που πλημμυρίζει τους τρούλους στα ξωκλήσια
και τ’ αφτιά των γαϊδουριών
σβήνοντας τελικά
στον λαβύρινθο των πνευμόνων σου.

Φράνσις Λέβιστον



Ήθελα κάτι καλοκαιρινό. Αλλά όχι χαζοχαρούμενο. Ούτε χαζολυπημένο. Κάτι ακόσμητο αλλά "έγχρωμο". Κάτι γήινο και αέρινο μαζί.
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν πρόκειται για τις καλοκαιρινές εντυπώσεις μιας νεαρής κοπέλας, τουρίστριας ή ταξιδεύτριας, ή για την καλυμμένη υπαρξιακή αγωνία του άφυλου και διαχρονικού συμπαντικού όντος που είναι ο ποιητής, ο οποίος αναζητάει παντού μάρτυρες για να επιβεβαιωσει την ύπαρξή του _και τη δική τους, δηλαδή του Κόσμου.

Καλό καλοκαίρι!



(η φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο της Κοινότητας Φολεγάνδρου )


FOLEGANDROS

The wind is lonely.
It cannot be real
at sea, ti cannot conform itself
but rushes about
until it encounters witnesses.
The island’s tiers,
a fence post to rub against,
olive trees, billy goats,
and human habitants
break it. Now
it is always arriving.
Tired at times
it falls to a murmur,/
moving the dust from leaf to leaf,
then rises at night,/
afraid it cannot see itself
or anything else, afraid
the world has vanished forever.
There is a childish
feel to its always being there,
how it follows and whines,
how it interrupts
your private moments
taken on the beach at dusk.
You wish for a god
you could ask to appease it,
some rite,/
some ritual sacrifice
to quiet its roarings and lull
it to sleep,
but there is nothing
left you believe in_
only the wind
filling the domes of summit churches
and donkeys’ ears,
dying at last
in the maze of your lungs.

Frances Leviston, Public Dream, "Folegandros"




Μουσικές
...καμιά καλή ιδέα για μουσική επένδυση;
κάτι λιτό και δωρικό σαν τις πεζούλες των κυκλαδονησιών∙αλλά και πανηγυρικό και βίαιο, σαν τις πολεμικές σάλπιγγες που φυσάει ο άνεμος ηγούμενος του στόλου των κυμάτων όταν καταναυμαχεί φθονερά την υποτιθέμενη συντροφικότητα των ανθρώπινων όντων∙ και άγριο και σπαραχτικό σαν το ουρλιαχτό του όταν παλεύει με την αρχέγονη μοναξιά του∙ που να καταλαγιάζει τελικά σε παιδικό παράπονο λίγο πριν από τον ύπνο που, όπως όλα τα στοιχεία της φύσης, αντιμάχεται και λαχταράει (κάτι σαν τις
Εβρίδες του Μέντελσον, δηλαδή);
κάποιο μοναχικό τραγούδι με έναν αυλό του Πανός σαν του
Ζαμφίρ, ένα κλαρίνο σαν του Σαλέα, ένα σαξόφωνο σαν του Ίαν Γκαρμπάρεκ;
-ένα ιαματικό αν και άσχετο με το ποίημα"μελουδάκι", όπως το
Summer Wind με τη φωνή της Μαντλέν Πεϊρού, γιατί είναι καλοκαίρι και η ζωή πρέπει να είναι εύκολη και χαλαρή με κάθε κόστος;
-το επίσης άσχετο αλλά νοσταλγικό
Dust in the Wind των Κansas, καθόσον το ποίημα ψυχογραφεί μεν τον άνεμο, ωστόσο μας υπενθυμίζει, παρενθετικά, ότι είμαστε μόνο η σκόνη του Άνεμου-Χρόνου που μας μεταφέρει ήσυχα αλλά αναπόδραστα από φύλλο σε φύλλο _απο καλοκαίρι σε καλοκαίρι_ και ακριβώς αυτό το αναπόδραστο είναι ό,τι έχουμε και δεν έχουμε να πιστεύουμε ; -
ή σιωπή, εκκωφαντική σιωπή, σαν τη νηνεμία του λυκαυγούς ψηλά στο Κάστρο της Χώρας, στη Φολέγανδρο εκείνου του καλοκαιριού;
καλόδεχτη μια μουσική ιδέα, αντί σχολίου _και αντί καλοκαιρνού χαιρετισμού...................................................................


κάποια... κρυπτοεφηβική ψυχή άκουσε
έτσι έτσι την "τρυφερή και επιθετική" μουσική του ανέμου. :)

Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009

Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί;

ΜΥΣΤΙΚΕΣ ΣΥΝΑΝΤΗΣΕΙΣ

Τείχος ψηλό.
Βαδίζουμε εμείς από τη μια κι ο χρόνος απ' την άλλη.
Φορές φορές σμίγουμε τις ρώγες των δαχτύλων _
ποτέ τα βλέμματα.
Παλιό το τείχος.
Ανάμεσα στις πέτρες
σφυρίζει ο καιρός
και ξεπετιέται σε μικρές αστραποβόλες λάμψεις.

Το κοίταγμά του
το κρατάς σφιχτά στα δόντια,
σαν πεθαμένος,
και πορεύεσαι
στη συνωμοτική σιωπή σου.
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί;


Η ποίηση κλεφτή ματιά πάνω απ' το τείχος.



ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, καινός διαιρέτης, Εκδόσεις Νεφέλη, 2007


Robert Motherwell, The Poet's eye, 1989-90
(από εδώ)



[Ωστόσο, διαπράττω ασυγχώρητο ατόπημα: ο Καινός Διαιρέτης διαιρεί, αλλά δεν... διαιρείται. Δεν διαβάζεται αποσπασματικά. Είναι η μακριά πορεία (ή μάλλον, για να είμαστε στο πνεύμα των ημερών, η χαρτογράφηση μιας πορείας) που πρέπει να βιωθεί βήμα βήμα, μυητικά (Ισμηνός - Σκάμανδρος - Ιορδάνης), για να οδηγήσει, τελικά, στον τόπο πριν απ' τον παράδεισο _ εγώ θα 'λεγα στον παράδεισο τον ίδιο: την επικράτεια της Ποίησης.]




Λίγοι στίχοι την ημέρα

κάθεμέραλεπτήσυρτήγραμμή
σωρόςανεβαίνεισωρόςαδειάζ
ειεπανάληψηστηνκίνησηκαν
ονικότηταστηζωήβγεςαπτοπ
οίημακαιδεςτηνατέρμονηπαν
ομοιότητατοποίημαανατρέπ
ειτηδιαίρεσηκαινόςδιαιρέτης
ηποίηση.

καινός διαιρέτης,"ΚΑΙΝΟΣ ΔΙΑΙΡΕΤΗΣ" (επίλογος)

Μουσικές
Arvo Prät, Tabula Rasa

-------------------------------------------------------------

ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΜΑΊΟΥ 2009

Είναι μάλλον αστείο που αναγκάζομαι να το κάνω αυτό σε μια τέτοια ανάρτηση και αυτή την περίοδο. Είναι πολύ αστείο: αυτό το ήσυχο, μάλλον μονόχνωτο και ελάχιστα εξωστρεφές ιστολόγιο έπεσε θύμα φτηνού χακερισμού και δέχτηκε ένα απρεπές σχόλιο (εικαστικά και πιθανόν και λεκτικά _δεν ορκίζομαι γιατί δεν ξέρω κινέζικα), που επιπροσθέτως, για κάποιο λόγο, δεν μπορώ να το εξαλείψω. Αν ήταν μόνο για μένα δεν θ' αξιζε τόση φασαρία και θα έκανα απλώς την... Κινέζα∙ αλλά δεν ανέχομαι να υπάρχει κάτι που κάποιος ενδέχεται να εύρισκε προσβλητικό σε σχέση με τους συν-ιστολόγους που εμπλέκονται σε αυτή την ανάρτηση. Επειδή δεν θέλω, ωστόσο, να υποστούν κι εκείνοι τα επίχειρα αυτής της ανοησίας, σκέφτηκα να κλείσω μεν τα σχόλια της συγκεκριμένης ανάρτησης, μεταφέροντάς τα δε στο ίδιο το "σώμα" της, για να μη χαθούν _μαζί με τη δική μου εξήγηση, σχόλιο και αυτή, για τους λόγους που δεν είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή απαντήσει σε καθέναν χωριστά. Οι λόγοι εξακολουθούν να ισχύουν, γι 'αυτό δεν ανεβάζω ακόμη καινούργια ανάρτηση. Το μέιλ μου και οι προηγούμενες αναρτήσεις είναι στη διάθεση των φίλων μου -και των "Κινέζων" αναγκαστικά, που δυστυχώς δεν έχω άλλο τρόπο να τους κάνω να... βρουν (στην προκειμένη περίπτωση να χάσουν) τον Mπελά τους! :) :) :)

Ο/Η dodo είπε...
Ευχαριστώ γιά την κλεφτή ματιά στον "Καινό Διαιρέτη".

Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 10:23:00 πμ


Ο/Η substratum είπε...
Καλημέρα
Υπάρχει αυτό και έπειτα εμείς
κι έπειτα εσύ.
Ίσως και μια απόκριση προς εαυτόν: εσύ/εγώ.
Ηχητικά σιωπή (σιωπή σου) αλλά και η σιωπή ακόμη πιο έντονη μέσα από το σφύριγμα του καιρού
και η όραση για αστραποβόλες λάμψεις ή για κλεφτή ματιά πάνω από το τείχος
Από πάνω μας κοιτά η ποίηση
εμάς το τείχος τη σιωπή
εμάς τον καιρό τις λάμψεις μες στις πέτρες
Αλλά η ποίηση δεν έρχεται από ψηλά
ή καλύτερα η ποίηση κοιτάζει - στα κλεφτά - το τείχος που μας κοιτάζει
Η ποίηση και μεις μπροστά στο τείχος
μπροστά στο χρόνο
μπροστά στη σιωπή
Μονάχα η πορεία
εκεί στο όριο του τείχους
παρά το τείχος πορεία
ίσως και γύρω - γύρω από το όριο.
Και η συνωμοσία; Και ποια σιωπή συνωμοτεί; Η δική σου/μου σιωπή, η σιωπή του τείχους, η σιωπή της ποίησης που βλέπει;
Κι αυτό το βλέμμα, το κοίταγμα που το κρατάς σαν οβολό σφιχτά στα δόντια, για το πέρασμα...
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί; ΄Ετοιμος; Σαν πεθαμένος;
Τι αίνιγμα!
Αδύνατον να το λύσω
΄Ισως γιατί δεν είμαι έτοιμος
έτοιμος να κοιταχτώ
΄εχω τόσα μίλια ακόμα να πάω
έχω ακόμα χιλιάδες υποσχέσεις να κρατήσω
δεν είμαι έτοιμος
αλλά και αν ανέτοιμος πρέπει ως έτοιμος από καιρό να δράσω ή αντιδράσω
αφήνω εδώ μπόλικες πέτρες και σήματα και αλφάβητα
μισός ερείπια μισός σπαράγματα
δεν είμαι έτοιμος
όσο ο καιρός δεν είναι έτοιμος να κοιταχτεί
δεν θα είμαι έτοιμος κι εγώ
η μονάδα ανάλυσης του χρόνου
για αυτό απευθύνω το αίνιγμα αυτό στον καιρό
Κι η ποίηση κλεφτή ματιά ας χαράξει
Βαγγέλης Ι.

Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 11:59:00 πμ


Ο/Η Πόλυ είπε...
Οι πιο σπουδαίες συναντήσεις είναι οι μυστικές.

Ιδιαιτέρως αυτές που συμβαίνουν στα ποιήματα.

Κάποια ποιήματα γράφονται για να τις κάνουν δυνατές.

Και ο άλλος «Παράδεισος», που λέγαμε, για να συναντήσει εκείνος επί τέλους τη Βεατρίκη του…

Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 4:40:00 μμ


Ο/Η Γιώργος Χ είπε...
Υπέροχε μπελά
Χαίρομαι που ο δρόμος και ο δικός μας και του χρόνου φαίνεται ανοιχτός κι ας μην συναντιόμαστε ' ίσως περισσότερη σημασία έχει να μπορούμε να βαδίζουμε κι ας έχουμε ανεπαίσθητη επικοινωνία!
Το τείχος,βλέποντάς το θετικά, δεν είναι εμπόδιο ' είναι μέτρο του ύψους της ύπαρξής μας και οδηγός του δρόμου για να μην πω "οδικός χάρτης" και παρεξηγηθώ.
Το ρεύμα του αέρα που ακολουθεί την οροφή του τείχους είναι η ελευθερία και μπορούμε να τη δούμε λίγες στιγμές στη ζωή μας και για δευτερόλεπτα όταν γινόμαστε ηρωϊκοί επειδή αρνούμαστε να προσαρμοστούμε.

Δευτέρα, Μάϊος 18, 2009 11:55:00 μμ


Ο/Η zVyk είπε...
Τι θλιμμένο που είναι... και πόσο όμορφο...

Τρίτη, Μάϊος 19, 2009 6:08:00 μμ


Ο/Η just me είπε...
Το ξέρω, είναι αγένεια να μην απαντάς στα σχόλια που σου γράφουν οι συν(τροφοι)μπλόγκερ ξοδεύοντας, από το υστέρημά τους, πολύτιμο χρόνο, κόπο και ενδιαφέρον
Αγένεια είναι όμως, σύμφωνα με τον προσωπικό μου συναισθηματικό κώδικα, και να τα στριμώχνεις με το ζόρι αυτά στην προκρούστεια κλίνη της τυπολατρίας και του εκάστοτε savoir-vivre.

O Μάιος είναι ο μήνας _το κατώφλι προς ένα ακόμη/ένα λιγότερο καλοκαίρι της ζωής μου_ που με καθηλώνει και με σωπαίνει.
Ξαναδιαβάζω τον "Καινό Διαιρέτη" και παρακολουθώ υπνωτισμένη τη λεπτή συρτή γραμμή, ψευδαισθητικά ακίνητη και σταθερή, να ενοποιεί τον χρόνο. Μέχρι που επεμβαίνει ξανά η αναπόδραστη κανονικότητα της ζωής, ο καιρός σφυρίζει δηκτικά μέσα από μια τρύπα του τείχους, ο μέλλων ξαναγίνεται συντελεσμένος και έχει έρθει η ώρα να σπάσω τη συνωμοτική σιωπή μου και "να βγω από το ποίημα", εκεί έξω που μπορεί να είναι και το εδώ μέσα αλλά ως έξω προς τον Άλλο, έξω της ανταλλαγής, του εσύ/εγώ. Του εμείς. Φέτος, όπως πέρυσι, όπως _μακάρι_ και του χρόνου. Μέσα στην ατέρμονη πανομοιότητα. Ανάμεσα στις κλεφτές ματιές του καθενός μας πάνω από το τείχος.

Τα λέμε...

Πέμπτη, Μάϊος 21, 2009 11:10:00 πμ


Ο/Η ritsmas είπε...
Πολύ όμορφα το θέτεις αυτό το αδιαίρετο στον καινό διαιρέτη

Πέμπτη, Μάϊος 21, 2009 11:59:00 πμ


Ο/Η βαγγελης ιντζιδης είπε...
Aγαπητή φίλη
το σχόλιό σου προς απάντησή μας
ένα θαυμάσιο κείμενο
Σκέφτομαι αυτό το καινό στον διαιρέτη και δηλώνω απόλυτα αδαής
΄Εχοντας εξασφαλίσει την προϋπόθεση κάθε χειραφέτησης, το να είσαι, δηλαδή, αδαής,προσπαθώ να κατανοήσω τι είναι εκείνο που χρειάζεται να διαιρεθεί ή από την άλλη τι είναι εκείνο που επαληθεύεται δια του πολλαπλασιασμού. Μετά λέω πως μάλλον αυτά είναι εξυπνάδες ενός αναλφάβητου όπως εγώ. Και πως δεν έχω κατακτήσει ακόμη το αλφάβητο εκείνου του αθέατου κειμένου γύρω από το οποίο κάθε λογοτεχνία διερωτάται για τον εαυτό της πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι.
Χαίρομαι πάντως που άλλοι ποιητές το έχουν καταφέρει. Και προσκομίζουν βέβαιοι το καινό αλλά και το διαιρέτη για την μοιρασιά των πραγμάτων.
Παραμένοντας ακόμη ένα περιττό - ενδεχομένως, και για αυτό - βραχύβιο- αναλφάβητο υβρίδιο διαβάζω ξανά και ξανά το ποίημα αυτό καθώς και τη συλλογή μέρος της οποίας αποτελεί.
Δεν καταλαβαίνω...και ετοιμάζω τον εαυτό του για έναν πόλεμο με την κατανόηση που νόμιζα πως είχα αφήσει πίσω μου.
Λυπάμαι που ακόμη δεν έχω καταφέρει να σταθώ στο ύψος του τείχους.
Μέχρι τώρα πήγαινα μέχρι εκεί για να δω τι διακρίνει τη ζωή από τη μηζωή κι ίσως καμιά φορά για να κρύψω το πρόσωπό μου από το προσωπείο του θεού.
Ας είναι η ποίηση
η ποίηση
και όχι το ποίημα
ανασαίνει το ύστατο
Με Χαιρετισμούς αγαπημένους
σε καληνυχτώ
Ο φίλος
Βαγγέλης Ι.

Παρασκευή, Μάϊος 22, 2009 10:11:00 μμ


Πέμπτη, Μαΐου 07, 2009

Άσκησις η αισχυντηλή

Τι έχουμε για σήμερα;
Mια έτοιμη άσκηση (άσκησις η αισχυντηλή∙ γιατί γνωρίζει, χωρίς να έχει συναντηθεί με αυτό, ότι υπάρχει " εκεί έξω" το ολοκληρωμένο έργο τέχνης: η μετάφραση του Διονύση Καψάλη _στον οποίο οφείλεται ευγνωμόνως η γνωριμία με το πρωτότυπο ποίημα).
Ετοιμασίες για τα γενέθλια της Μικρής Πριγκίπισσας.
Γενέθλιο του Γιοχάνες Μπραμς (μ' όλο που, το' πα και τις προάλλες, απεχθάνομαι την "κατανάλωση" των επετείων).
Τι θα μπορούσαν να συνθέσουν όλα αυτά στο μίξερ μιας ανεξέλεγκτης
διάθεσης να "ειπωθεί" κάτι _όχι το ανείπωτο, κάτι όμως που θα το υποκαθιστά, κάτι σαν καραμέλα για το κόψιμο του καπνίσματος ένα πράγμα;




Johannes Brahms (May 7, 1833 - April 3,1897)



SAMUEL TAYLOR COLERIDGE
Frost at Midnight


Παγωνιά τα μεσάνυχτα

H παγωνιά επιτελεί το μυστικό της έργο,
αβοήθητη απ’ τον άνεμο∙ και να! η κουκουβάγια
φωνάζει δυνατά∙ ξανά! πιο δυνατά από πρώτα.
Στο σπίτι, όλοι αναπαύονται αφήνοντάς με μόνο
στη μοναξιά που πάει μαζί με σκέψεις μπερδεμένες∙
ωστόσο έχω συντροφιά: στην κούνια εδώ κοντά μου
κοιμάται ήρεμα και βαθιά ο μικρός μου γιος.
Όλα είναι τόσο ήσυχα, που λες και διαταράσσει
η ίδια η απόλυτη σιγή τις διαδρομές της σκέψης.
Παράξενη σιγή! Βουνό, θάλασσα, δάσος και όλο
τούτο το χωριό! Βουνό, θάλασσα, δάσος
κι ο κόσμος με τις καθημερινές δοσοληψίες,
αθόρυβες σαν όνειρα! Η ισχνή γαλάζια φλόγα
σιγοκαίει στο τζάκι μου χωρίς διόλου να τρέμει∙
κι η αιθάλη που αναρριπίζεται στη σχάρα,
το μόνο πράγμα που δεν ησυχάζει απόψε,
μου φαίνεται, καθως μες στη σιωπή κινείται,
όμοια με μένα ζωντανή κι εκείνη,
και γίνεται έτσι ευχάριστη παρέα,
που κάθε της καπρίτσιο το άεργο Πνεύμα
το ερμηνεύει όπως βολεύει, καθώς ψάχνει
παντού για το είδωλο ή για την ηχώ του,
και έχει για παιχνίδι του τη Σκέψη.

............................................................Κι όμως, συχνά,
πόσο συχνά, ευκολόπιστος, στα σχολικά μου χρόνια
ατένιζα επίμονα τη σχάρα της εστίας
γυρεύοντας σημάδια ενός απρόσμενου επισκέπτη
κι ονειρευόμουνα γλυκά με μισάνοιχτο στόμα
το γενέθλιο τόπο μου και την παλιά εκκλησία,
με τις καμπάνες , των φτωχών τη μουσική, να ηχούν
βράδυ πρωί, τις γιορτινές ημέρες, τόσο γλυκά
που με ξεσήκωναν και στοίχειωναν το νου μου
με άγρια χαρά και ο ήχος τους μες στ’ αυτιά μου
έφτανε σαν προμήνυμα όσων θ’ ακολουθούσαν!
Έτσι αποκοιμιόμουνα, καθώς οι ονειροπολήσεις,
γαλήνιες σα νανούρισμα, νέα όνειρα γεννούσαν !
Κι έτσι μελαγχολούσα το επόμενο πρωί
και τρέμοντας μπρος στ’ αυστηρό πρόσωπο του δασκάλου,
χωρίς να βλέπω, κάρφωνα τα μάτια στο βιβλίο:
εκτός και αν μισάνοιγε η πόρτα και κοιτούσα
στα κλεφτά, μα έφτανε η καρδιά μου να σκιρτήσει,
γιατί ακόμα έλπιζα να δω έναν επισκέπτη,
συγχωριανό ή συγγενή, ή την αγαπημένη
αδελφή, συντρόφισσά μου στα νηπιακά παιχνίδια.

Αγαπημένο μου μωρό, που δίπλα μου κοιμάσαι,
και μόλις που ακούγεται η απαλή σου ανάσα
μες στη βαθιά ησυχία, καθώς γεμίζει τα σκόρπια
κενά και τα προσωρινά διαλείμματα της σκέψης!
Μωρό μου τόσο όμορφο, που σκιρτά η καρδιά μου
με γλύκα και αγαλλίαση, έτσι όπως σε κοιτάζω
και σκέφτομαι ότι εσύ τόσο πολλά θα μάθεις,
σε τόσο πολλά μέρη! Γιατί εγώ μεγάλωσα
στην πόλη, φυλακισμένος μέσα σε μουντές στοές
κι άλλη ομορφιά δεν είδα από τον έναστρο ουρανό.
Μα εσύ, μωρό μου, σαν αεράκι θα περιπλανιέσαι
δίπλα σε λίμνες κι αμμουδιές, σ’ απόκρημνες χαράδρες
βουνών αρχαίων και κάτω από σύννεφα μεγάλα
που φτιάχνουν με τον όγκο τους και λίμνες κι αμμουδιές
και ορεινές χαράδρες: έτσι θα δεις τις εξαίσιες
μορφές και θ’ ακούσεις όλους τους νοητούς ήχους
της γλώσσας της αιώνιας, με την οποία μιλάει
ο Θεός σου, που απ’ την αιωνιότητα διδάσκει
Εαυτόν στα πάντα και τα πάντα στον Εαυτό του.
Ο μέγας Δάσκαλος του Κόσμου! Αυτός θα πλάσει
το πνεύμα σου και δίνοντάς του θα το κάνει να ζητά.

Έτσι, όλες οι εποχές θα είναι γλυκές για σένα,
είτε το καλοκαίρι ντύνει ολόκληρη τη γη
με πρασινάδα, είτε ο σπουργίτης κελαηδά επάνω
στο γυμνό και χιονισμένο κλωνάρι της μηλιάς
ενώ η αχυροσκεπή καπνίζει στη λιακάδα∙
είτε κυλούν οι στάλες απ’ το γείσωμα της στέγης
κι ακούγονται μονάχα όταν ο άνεμος κοπάζει,
είτε τελώντας το μυστικό της έργο η παγωνιά
τις αναρτά ψηλά σε σιωπηλούς κρυστάλλους
που λαμπυρίζουν ήσυχα στο ήσυχο φεγγάρι.





Λίγοι στίχοι την ημέρα
ανάγνωση του Frost at midnight από τον Nigel Planer

Bιντεοκλίπ από την ταινία Pandaemonium του Julien Temple, η οποία αναφέρεται στη ζωή του Coleridge.

Δευτέρα, Μαΐου 04, 2009

Πρόχειρο εγχειρίδιο πρακτικής ψυχοθεραπευτικής

...επειδή "αμάν, βαριά φιλοσοφία" και "πολλή ποίηση, βρε αδερφέ" (σύμφωνα με τη φίλη μου) έπεσε τελευταία κι επειδή η μέρα και η διάθεση σήμερα απαιτούν ολίγη από τη μια χαρά βασταζόμενη (τη μόνη, μάλλον) ελαφρότητα του είναι
...και παρότι το θέμα (λοχοτέχνες και γάτες) είναι πολλαπλώς και επιτυχώς εξαντλημένο (ενδεικτικά και μόνο:
ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ, 'Ελσα Μοράντε και Πατρίσια Χάισμιθ: η παράξενη αγάπη για τις γάτες/// LA VIE EST BELLE ET FACILE, Γάτες και λογοτέχνες/// ΠΟΙΕΙΝ, Γιάννης Η.Παππάς, Οι γάτες στην ελληνική και ξένη ποίηση)
...αλλά τύχη αγαθή έφερε στα χέρια μου μια εκλεκτή έκδοση ...γι' αυτό, Κ., ολίγη ακόμη από ποίηση, αλλά πανάλαφρη και χωρίς καθόλου βαριά φιλοσοφία (νομίζεις...)

Λοιπόν, ο γάτος Μαύρη Χειρ είναι μυστήριος γάτος
Τον λεν «Πατούσα-Φάντασμα» και «Γάτος ο Φευγάτος».
Να φέρνει σε απόγνωση τη Σκότλαντ Γυαρντ ψοφάει
Γιατί είναι ο κακοποιός που νόμους αψηφάει¨
Στον τόπο του εγκλήματος οι αστυνομικοί
Σαν φτάσουνε, η Μαύρη Χειρ ποτέ δεν είν’ εκεί!


("MAΥΡΗ ΧΕΙΡ, Ο ΜΥΣΤΗΡΙΩΔΗΣ ΓΑΤΟΣ", απόσπασμα)
.................................................

Υπάρχουν Γάτοι γνωστικοί, υπάρχουν και τρελάρες
Γάτοι αξιοσέβαστοι και γάτοι σαχλαμάρες
Άλλοι καλοί, άλλοι κακοί _μα όλοι με αξία
Και όλοι επιδέχονται ομοιοκαταληξία.


("ΠΩΣ ΑΠΟ-ΚΑΛΟΥΜΕ ΤΙΣ ΓΑΤΕΣ", απόσπασμα)


από το Τ.S. Eliot, Το εγχειρίδιο πρακτικής γατικής του γερο-Πόσουμ, μετ. Παυλίνα Παμπούδη, Γιάννης Ζέρβας, εκδόσεις ΑΓΡΑ


...με τη δική μου ασεβώς παιγνιώδη και παιγνιωδώς ασεβή συμβολή:

Ήτανε ένας ποιητής στην Αγγλία
Που μεγάλη είχε γατοφιλία
Κι έχει γράψει στιχάκια
Για αστεία γατάκια
Ο σοφός ποιητής στην Αγγλία

αλλά και...

Είναι ένας ποιητής στην Ελλάδα
Που οι ψιψίνες τού φέρνουν ζαλάδα
Γράφει λόγια φευγάτα
Μα ποτέ για μια γάτα
Ο καλός ποιητής στην Ελλάδα


(Καλή και παιχνιδιάρικη εβδομάδα!)



Μουσικές
"Shimbelshunk", "Memory", από το μιούζικαλ Cats σε μουσική του Andrew Lloyd Weber και λιμπρέτο βασισμένο στους γάτους του Τ. Σ. Έλιοτ.

το σκίτσο από εδώ

Πέμπτη, Απριλίου 30, 2009

Επετειακά και...

ΓΙΑΝΝΗΣ ΡΙΤΣΟΣ
Τέταρτη Διάσταση
"Φαίδρα"

..................................................................................
Όχι∙ παράπονο δεν έχω από σένα ή απ’ τη μοίρα μου. Ώρες-ώρες/
και μόνη η γνώση της όποιας δυστυχίας μας μπορεί να μας κρατήσει/
πάνω απ’ τη δυστυχία, σ’ ένα χώρο βαθύ και υψηλό∙ _ ένας ήσυχος/
……..αέρας φυσάει εκεί πάνω,/
τα μαλλιά μου χτυπάνε στους ώμους μου ανάλαφρα/
σα δυο παλάμες φιλικές, σα δυο φτερούγες/
διάφανες, πραϋντικές, επικυρωτικές./
…………………………………………….Ολόγυρά μου/
απλώνεται η σπλαχνιά μιας άχρονης αστροφεγγιάς, _σπλαχνιά δική μας/
για όλο τον κόσμο και για τον ίδιο τον εαυτό μας φυσικά. Τότε/

δε μου χρειάζεται διόλου να πετάξω,/
εκεί στο ύψος του ονείρου και της τελικής μου θέλησης, μόνη με μένα/
απαλλαγμένη από μένα, χωρισμένη/
από τα ξέχωρα δικά μου, ενωμένη με τον κόσμο. Και τα σκοινιά που/
..........με δέναν/
στα χέρια, στα πόδια, στο λαιμό, κομμένα,/
φτερά τώρα κ’ εκείνα _να τ’ ακούω ν’ ανεμίζουν/
και οι άκρες τους ν’ αγγίζουν μαλακά τον ουρανό και το χώμα_
………………………………………………………………………………



Λίγοι στίχοι την ημέρα

(Με τη φωνή του) Στοιχεία ταυτότητας

Μουσική

Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Violin Concert in A minor, ΒΜW 1041, part II, Andante



...επεξηγηματικά
Παρ' όλο που με απωθούν αδιακρίτως κάθε είδους μαζικές επέτειοι, "έτη", παγκόσμιες ημέρες, αγιογραφήσεις και καθηλώσεις, συμβολισμοί και σύμβολα, καθετί που ανάγει τη Μνήμη σε λάιφστάιλ και καταναλωτικό αγαθό, απ' όπου κι αν προέρχεται.
Παρ' όλο που (για να μην είμαστε απόλυτοι) νομίζω πως, στο παραπάνω βέβαια πλαίσιο, «κάτι» έκανε η πολιτεία για τα εκατοντάχρονα του Ρίτσου∙ ωστόσο την τιμή και το χρέος που του οφείλει θα τα έχει πραγματικά αποτίσει/εξοφλήσει όταν αποκτήσει την πολιτική βούληση να δημιουργεί__κατά κανόνα και όχι ως εξαίρεση_ δασκάλους που να μπορούν να διδάξουν τη Σονάτα του σεληνόφωτος έτσι ώστε, με τη σειρά τους, να δημιουργούν μαθητές "εξαρτημένους": από τον ποιητή∙ από την Ποίηση.
Παρ' όλα αυτά... για χάρη της Αγγελικής απ' τα παλιά... μιας και ο ποιητής τόσο μεγαλόθυμα μας ανταμείβει πλούσια για την ωραία μας άγνοια...

Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009

Έκτακτο περιστατικό οξείας νοσταλγίας





ΚΕΔΡΙΣΟΣ (απόσπασμα)

......................................................

Τίποτα το μεγάλο το έκτακτο
σ' αυτόν τον τόπο για να το θυμάσαι
μια ρηχή κοίτη που στεγνώνει ο Αύγουστος
και το νερό δε φτάνει.
Ξηρός της αγριόχηνας ο γόνος
ανάλαφρος για να πετά ο βολβός
στην άμμο του άγριου κρίνου, εκεί
της εφηβείας μας το κογχύλι.

Βαθιά κρυμμένος σα χοχλάδι
της καλαμιάς ο κόντυλος έχει κρατήσει
το αχ του έρωτα και του θανάτου
και γύρω στην αδιάφορη αμμουδιά
πάλι και πάλι το ίδιο κύμα-σήμα.

Δε λησμονώ τη λάσπη, εκείνη την ύλη
που κράτησε το σπόρο ζωντανό, το φύτρο,
μέσα στο σπάρτο τ' αόρατο λιακόνι
μαζεύονταν για να σου επιτεθεί,
ο ήλιος το σαγήνεψε το μεσημέρι,
τα βήματά της τα κατάπιε ο Λίβας.

Πόσα να δώσω αρχίζοντας απ’ την ψυχή
για ν’ αποκτήσω το μικρό μου σπίτι
την κάμαρη και την αυλή του.
Πίσω απ΄ τις θίνες ήτανε σαν κρίνο
στο λιβαδάκι που κυλούσε ο Κεδρισός
ανάμεσα στην κίτρινη έρημο
και το γιαλό με τις κροκάλες∙
καθώς περνούσε κυνηγός σπίθιζαν
και ξεσμηλιώναν τα πουλιά.

Πρέπει τους θησαυρούς μου να μαζέψω
να βρω εκείνον που θα μεσιτέψει
για την αιματηρή συναλλαγή,
να ξαναπάω εκεί απ’ όπου ορμήθηκα
για να ‘ρθώ στην ανώνυμη αρένα.
Γύρω γύρω βουνά γυμνά ας είναι ιοστέφανα
κλειστό ένα λιμάνι δυτικά
με τους απαγορευμένους πλόες.

Για τον άνεμο τις γράφω αυτές τις λέξεις
για της Νήσου τον άνακτα τις δένω
μέσα στον στρόβιλο και στον αφρό.
Κι αυτό το άσπρο χαρτί χαρακωμένο
σε παντογράφο του τυφλού
θα τις σηκώσει και στο κενό θα τις φυσήξει
μαζί με το σεισμό της καλαμιάς.

Ας φύγουν οι λέξεις αν μπορούν ας φύγουν
ας πέσει μόνο ο σπόρος.

……………………………………………………



Ο Κεδρισός ουράνιος είναι ποταμός
στην Κυδωνία ρέει το είδωλό του
παραπλανά τις λεύκες ασημένιος.
Εκεί επάνω τρέχει και παφλάζει
στης εκβολής του την παλίνδρομη φυγή
εκεί μαζεύονται οι ψυχές που αφήσανε
το κάλλος τους το κέλυφός τους.

Ο φλοίσβος είναι λέξη του νερού
η τρικυμία είναι της τρίαινας.
Η θάλασσα ανοιχτή κι απέραντη
με τ’ αναρίθμητά της άλφα
.

Β ι κ τ ω ρ ί α Θ ε ο δ ώ ρο υ

Κυριακή, Απριλίου 12, 2009

Every word was once a poem (R. W. Emerson)

λεξ(ικ)ο-δρομώ

(...και επειδή ποτέ μου δεν κατάφερα ν’ αποκαταστήσω τις σχέσεις μου με τον νόμο, την τάξη και την πειθαρχία...)

λοξοδρομώ

(… και ταξιδεύω κοντραμπάντο, κύμα το κύμα, σε άγνωστο πέλαγος, εξαιτίας _χάριν;_ ενός λεξικού που με πήγε σε ένα άλλο λεξικό κ.ο.κ.)



πελαγοδρομώ...



Marj Bon, The Lexicon Lady



ΑΚΟΥΓΕΤΑΙ ΠΑΛΙ Η ΘΑΛΑΣΣΑ

Εδώ και πολλές νύχτες ακούγεται πάλι η θάλασσα,
ανάλαφρη, μπρος πίσω, πάνω στο αμμουδερό ακρογιάλι,
ηχώ μιας φωνής έγκλειστης μες στο μυαλό
που πισωγυρνά στο χρόνο∙ κι επίσης αυτό
το επίμονο κλάμα των γλάρων: ίσως
από τα πουλιά των πύργων, που ο Απρίλης
τα σπρώχνει προς την πεδιάδα. Ήδη κοντά μου
ήσουν εσύ μ’ εκείνη τη φωνή∙
και θα ‘θελα το ίδιο σε σένα να ‘φτανε,
τώρα, από μένα η ηχώ μιας θύμησης,
σαν εκείνο το σκοτεινό μουρμουρητό της θάλασσας.

Σαλβατόρε Κουαζίμοντο", Μέρα τη Μέρα, 1946




ΥΓ. Εννοείται, δεν ξέρω καθόλου ιταλικά _μπορεί ήδη να το 'χω βουλιάξει το πλοίο...


Λίγοι στίχοι την ημέρα
"S'ode ancora il mare

Μουσικές
Yann Tiersen, Les retruvailles, "
La plage"

Τρίτη, Μαρτίου 31, 2009

Τα παιδία παίζει



György Ligeti, Poème Symphonique For 100 Metronomes

Αν ένα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να θεωρηθεί "έργο τέχνης" (και ποιος
Μετρονόμος θα το ορίσει αυτό;), τότε η ζωή μου αυτόν τον καιρό είναι ένα συμφωνικό ποίημα με τη συνοδεία δεκάδων μετρονόμων να κραδαίνουν τον εφιαλτικό τους κρότο μέσα μου και πάνω απ' το κεφάλι μου, όσο εγώ, ανίατα (και αμετανόητα;) παραβατική του χρόνου, καταφεύγω στην τρύπα του εσαεί Μαρτιάτικου Λαγού να πιω το τσάι μου με την Αλίκη και την Πόλυ (που μου έκανε μια ευφάνταστη "διακειμενική" ας το πούμε πάσα, στο πλαίσιο της όπως πάντα εμβριθούς και πολύ-σημης ανάρτησής της).

(
Ζβουκ, έλα μαζί μας να παίξεις όσο είναι καιρός, γιατί αργότερα θα ντρέπεσαι που δε χόρτασες παιχνίδι στην ώρα του...)

Up-date
(Χωρίς την άδεια του φίλου Βαγγέλη Ιντζίδη, βέβαιη ωστόσο πως δε θα μου την αρνιόταν, μιας και θα ήταν τόσο άδικο ένα τέτοιο ταξίδι στον χρόνο και στη μνήμη να μείνει στις "πίσω μου σελίδες». Εξάλλου, στο πλαίσιο του παλιμπαιδισμού που διέπει αυτή μου την ανάρτηση, το είδα σαν μια λυτρωτική, εκδικητική εξόχως παραβατική κλοτσιά στους εφιαλτικούς μετροΝΟΜΟΥΣ_παπαγαλάκια του Χρόνου και σαν βγάλσιμο της γλώσσας στο Μεγάλο Αφεντικό τους. Στο πιο "παραμυθένιο/παραμυθητικό" του, σαν μαγικό καθρέφτη που μέσα του θα κοιταχτεί ο Χρόνος και θα γίνει από δυνάστης Μεγάλος Αδελφός ο αδελφούλης-σύντροφος-συνένοχος των πάλαι ποτέ παιχνιδιών μας _ή έστω «ο γιος μας ο μεγάλος κι ο μικρός», κατά Διονύσιον.)

Σκέφτηκα από τη μυρωδιά του τσαγιού την αίσθηση μιας ασθένειας στο σπίτι, χειμώνας, τους διπλανούς μας γείτονες της παιδικής μου ηλικίας που βουτούσαν στο τσάι κασέρι και τσουρέκι (αγαπημένοι συμπολίτες από την Πόλη πρόσφυγες και αυτοί), την εκνευριστική ευωδιά στους διαδρόμους με τα γραφεία των καθηγητών στο Παν/μιο του Λονδίνου, την ατέλειωτη μυρωδιά από τσάι στα νοτισμένα από βροχή-χώμα και ξύλο δάση της Μαλαισίας, στην Πόλη δίπλα από το χαμάμ τις μυρωδιές του μπαγκλαβά ανακατεμένο με τσάι και λεμόνι, στην απέναντι πολυκατοικία τους αφρικανούς φοιτητές που κάθε Κυριακή γέμιζαν τους ακάλυπτους και τους κοινόχρηστους με μυρωδιές από λιβάνι και τσάι στη Θεσσαλονίκη των φοιτητικών μου χρόνων
Σκέφτηκα - θέλω να πω μου ήρθαν όλα μαζί, όλες μαζί οι ηλικίες του τσαγιού και οι ηλικίες μου, η υπενθύμιση της απουσίας, του περάσματος από εδώ, της παρουσίας, της λύπης για κάτι που είναι μακριά, της χαράς για μια επιστροφή. Ναι δεν σκέφτηκα γιατί αν σκεφτόμουν όλα αυτά θα διάλεγαν τη χρονική σειρά τους, θα καταμετρούσαν ζώντες και νεκρούς, όπως τώρα που η καταγραφή αυτής της σύνθεσης από πρόσωπα, τοπία, χρονολογίες επιμερίζεται δια της γραφής αναγκασμένα από μοιρασιά με τους άλλους να διαλυθούν, να χωριστούν με κόμματα, να παραταχθούν. Κι όσο θέλεις να τα πεις ή και να γράψεις τόσο αυτά διασπώνται, επιμερίζονται, ταξινομούνται.
Σε αυτή την αίσθηση όμως δεν υπήρχε η σκέψη και δεν υπήρχε η διάταξη της γραφής. Η σιωπή τα είχε όλα μαζί και ανάκατα και ένα. Δίχως μετρονόμους που ο ένας κτύπος του σε οδηγούσε ακαριαία στην αναμονή να ακούσεις τον επόμενο.
Ναι σε αυτόν τον κόσμο της ενοποιητικής αίσθησης που στρίμωχνε στο στόμα τις λέξεις και που αν μπορούσε να αποτυπωθεί με γραπτό σύμβολο αντίστοιχο της ολότητάς της θα ήταν μάλλον μια τελεία (συμπυκνωμένα όλα μαζί και ωστόσο διαφοροποιημένα στην αίσθησή μου) και αν ήθελες να τα πεις θα ήταν ένας τραυλισμός στο τσ (συμπυκνωμένα όλα μαζί και ωστόσο διαφοροποιημένα στον παρατεταμένο αδιαφοροποίητο ήχο που στριμώχνονται τα σύμφωνα και τα φωνήεντα αντιστεκόμενα στη διακριτική τους λειτουργία από οικονομία της γλώσσας να τα κάνει τελικά λέξεις).
--Να απαγορευθεί η γραφή, ούρλιαζε η βασίλισσα κοιτάζοντας το καθρεπτάκι της.
--Να πάρετε το κεφάλι αυτής της αρυτίδωτης κορασίδας ούρλιαζε μπροστά στο απορημένο βλέμμα της Αλίκης.
--΄Η θα μιλάτε όλοι μαζί και θα γράφετε όλοι μαζί στο ίδιο χαρτί και την ίδια ώρα ή κανένας, είπε ο λαγός
-- Το μόνο που μας απομένει είναι να βάλουμε τους μετρονόμους να κτυπούν όλοι μαζί έτσι που χρόνος να περιμένει τον ίδιο του τον εαυτό και εμείς
ΝΑ ΠΑΡΑΤΗΡΟΥΜΕ ΤΟΝ ΧΡΟΝΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΜΕΝΕΙ ΤΟ ΧΡΟΝΟ ΤΟΥ.
Το χρόνο που διασπάται σε χιλιάδες χρόνους που πολλαπλώς μετρημένοι στην αναμονή τους παύουν να είναι χρόνοι αφού αδυνατείς να ξεχωρίσεις ποιος μετρονόμος δίνει το εναρκτήριο και ποιος θα δώσει το τέλος
Και η Αλίκη γύρισε ανακουφισμένη και μου είπε:"Να μια καλή ιδέα. ΄Ετσι θα μείνεις εδώ κοντά μου με όλες τις ιδιότητές σου και με τις ιδιότητες όλων εκείνων που είδες και δεν είδες. Και βαγγέλης, και αφρικανός, και δάσος της Μαλαισίας και μυρωδιά τσαγιού και γάτος. "Κι απόμεινα δίχως γλώσσα μα με χιλιάδες λέξεις να συννεφιάζουν στο κεφάλι μου. ΄Εως ότου έβρεξε ένα παραμύθι. Κι ήταν νερό δίχως αρχή-μέση ή τέλος.

βαγγέλης ιντζίδης




Λίγοι στίχοι την ημέρα

Το πέρασμα του χρόνου είναι κρότος
και τον ακούς τις νύχτες∙ η ντροπή
ένα κομμάτι φως που ΄χει κοπεί
απ' τον παράδεισο _ ένα κομμάτι
(πού χάθηκε ο φίλος μου ο Πιερότος;)
με ξένα λόγια, ξένη μουσική,
δεν τη μαθαίνεις εύκολα, ξεχνιέται.

ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΚΑΨΑΛΗΣ, Ο κρότος του χρόνου

Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2009

Γράμμα από τον θεό της απαντήσεως

ΠΕΡΑΣΑ

Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.

Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα μέρες με βροχή,

εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια

και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.

Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,

στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Ταξίδεψα μάλιστα.

Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.

Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι

όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.

Σε σωστή ώρα νυχτώνει.

Κική Δημουλά, Το λίγο του κόσμου, 1971




Το αντίθετο της λύπης δεν είναι η χαρά _aka "χαζό παιδί χαρά γεμάτο"_ είναι η χαρμολύπη, η παραμυθία τού να χάνεις συνειδητά τη μάχη με την υπαρξιακή λύπη, για να αξιωθείς τη δωρεά της γνώσης και της κατανόησης∙ ναι, καταλαβαίνω


χαρμολύπη (η)(χωρίς πληθ.) = ανάμικτο συναίσθημα χαράς και λύπης.
(ΕΤΥΜ. μεσν < αρχ. χάρμη "χαρά (της μάχης)" (< χαίρω) + λύπη).

Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ

Σάββατο, Μαρτίου 07, 2009

CAVE IDVS MARTIAS

Είναι αστείο που, παλιά πολύ, νόμιζα (ελλιπούς κλασικής παιδείας γαρ) ότι ειδούς του Μαρτίου ονόμαζαν τις μαρτιάτικες βροχές. Και πώς να φοβηθείς κάτι που μυρίζει μουσκεμένο νερατζανθό και ξεπλυμένη σκόνη (αφού, κατά τους σύγχρονους γλωσσολόγους, το σημαίνον δένεται με αυθαίρετο πλην άρρηκτο δεσμό με το σημαινόμενο στη βάση μιας συγκεκριμένης «ακουστικής εικόνας», η οποία, άπαξ εγγραφείσα στα δυσερεύνητα αρχεία της ψυχής, δύσκολα αντικαθίσταται _λέω εγώ);

Κάτι παρόμοιο πρέπει να συνέβη και στον Andrew Wyeth, γιατί πώς εξηγείται ότι ονομάζει αυτόν τον εν πρώτοις μάλλον καθησυχαστικό και εύκολα αναγνωρίσιμο πίνακα The ides of March;


[Το ταυτοχρόνως πρωθύστερον (της ημερομηνίας) και μεθύστερον (της βροχής) της ανάρτησης οφείλεται, ακριβώς, στο ότι δεν μπορείς να πάρεις στα σοβαρά κάτι που δεν φοβάσαι...]



Ένας στίχος την ημέρα:
...και πάντως η έγκλειστη των κήπων του Άμχερστ, για άλλη μια φορά, τα ήξερε
όλα!

Μουσικές:
Ιγκόρ Στραβίνσκι, Η ιεροτελεστία της Άνοιξης

Κυριακή, Φεβρουαρίου 22, 2009

Seasonal Affected Disorder (SAD)

ΧΕΙΜΕΡΙΝΗ ΑΝΑΠΑΥΛΑ

Λευκό τα μεσάνυχτα –όλα είναι καινούργια, λες και
ο κόσμος άρχισε σήμερα. Τα χωράφια είναι βολεμένα

κάτω από ένα παχύ στρώμα, τα πουλιά αναχώρησαν,
ένα σκυλί εγκαταλείπει το αφεντικό του και φεύγει∙
κι οι πόλεις όλες είναι καθηλωμένες και κλειστές.
καρφωμένες με ξύλινους πασσάλους,
ούτε τρένο επιστροφής, ούτε σφηνάκι για το δρόμο.

Κανείς δεν ξέρει τι χάθηκε κάτω απ’ το χιόνι,
τι διαδρομές έσβησαν στη διαδρομή, τι νερό κύλησε,
τι αλλαγή θέσης συνέβη πραγματικά,
τι αλλαγή μέσα μας, τι αγριεμένη παγωνιά∙
και τίποτα δεν αφανίζει ούτε αφανίζεται, παρά μόνο οι χειμώνες
από την καλοκαιρία∙ σαν χιονάνθρωποι έτοιμοι να φύγουν,
που η αγάπη τους είναι κρύα, που η αγάπη τους δεν είναι αρκετά κρύα.

Μάθιου Χόλις


Jean-Baptiste Armand Guillaumin,
Chemin creux, effet de neige, 1869

…στα μέρη μας, ο Φεβρουάριος είναι περίπου η εποχή που _ανεξαρτήτως καιρού_ το αίμα μοιάζει να παγώνει στις φλέβες του χρόνου κι ένα παχύ στρώμα χιονιού _ανεξαρτήτως καιρού_καθηλώνει τις εσωτερικές διαδρομές, αφανίζοντας κάθε ίχνος από αφετηρίες και τέρματα∙ το εύκολο είναι να προσποιηθεί κανείς ότι περιμένει την άνοιξη∙ το δύσκολο είναι να πάρει το πινέλο στα ναρκωμένα του δάχτυλα και να χρωματίσει την εντύπωση της κίνησης που κρύβεται ανάμεσα στο cold και στο not cold enough…



WINTER ΒΡΕΑΚ

White at midnight _ all is new, as if
the world began today. The fields are thick
and neatly tucked, the birds have packed,
a dog gives up its man and goes;
and all the towns ate chocked and closed,
pinned in place by wooden poles,
no last train home, no chaser for the road.

No one knows what’s lost beneath the snow,
what ways gave up to way, what water flowed,
what change of place there really was,
what change in us, what roughing frost;
and nothing kills or is killed off, but winters
from the thaw; like snowmen getting up to go,
whose love is cold, whose love not cold enough.

(Matthew Hollis, Groundwater, Bloodaxe Books, 2004)



[Και, με αφορμή ένα σχόλιο για χιόνια...
Snow poem by Archibald Lampman
...και ξωτικά:
Snow music by Loreena McKennit]

Κυριακή, Φεβρουαρίου 15, 2009

Δι' ασήμαντον αφορμήν

...κυριως επειδή η via regia προς το α/υπο/συνείδητό μου την έχει δει... αεροδιάδρομος τελευταία, αλλά εγώ πρέπει να κάνω ότι δεν καταλαβαίνω.

(Επίσης, για τα κυριακάτικα απομεσήμερα που μας πιάνει _ποιον κρυφά ποιον φανερά_ αυτός ο κατάπτυστος νοσταλγικός παλιμπαιδισμός, για τη Μικρή Πριγκίπισσα και γιατί θα έχουμε πάντα το Παρίσι... )


(1ο μέρος)



Albert Lamorisse, Le ballon rouge, (34'), 1956"

(2 μέρος)

Δευτέρα, Φεβρουαρίου 09, 2009

JUST homework

Georgia O'Keefe, An orchid, 1941



At Baia

Θα 'πρεπε να το φανταστώ
πως στ’ όνειρο θα μου 'φερνες
κάτι όμορφο, κι επίφοβο,
ορχιδέες σε μια πελώρια ανθοδέσμη,
αφού ποιος θα 'λεγε (στ' όνειρο)
«αυτό σου στέλνω,
εγώ που άφησα αφίλητες
τις γαλάζιες φλέβες του λαιμού σου».

Τι έγινε και τα χέρια σου
(που δεν κράτησαν ποτέ τα δικά μου),
τα χέρια σου που τα 'βλεπα
να πλανιούνται πάνω στ' άνθη
τόσο προσεκτικά,
τα χέρια σου, τόσο εύθραυστα, που φρόντιζαν
να σηκώνουν τόσο απαλά τα εύθραυστα λουλούδια_
αχ, αχ, πώς έγινε

Ποτέ δεν έστειλες (στ’ όνειρο)
τη μορφή την ίδια, το άρωμα το ίδιο,
όχι βαρύ, όχι αισθησιακό,
μα επίφοβο_επίφοβο_
από ορχιδέες σε μια πελώρια ανθοδέσμη,
και τυλιγμένα με αστραφτερή κορδέλα,
δυο λόγια:

«Λουλούδι σταλμένο σε λουλούδι∙
για χέρια λευκά, το υποδεέστερο λευκό,
το λιγότερο όμορφο του φύλλου»

ή

«Αγάπη σε μια αγάπη, ούτε φιλί,
ούτε άγγιγμα, αλλά παντοτινά αυτό».

Χίλντα Ντούλιτλ



(Μόνο homework... για "σοβαρή" μετάφραση, not in my dreams! _καθώς, εκτός των άλλων, στην περίτπωση της Ντούλιτλ το lover to lover γίνεται μεταφραστικός γρίφος και ο τίτλος είναι ένα μυστήριο που δεν αφήνει ίχνη μέσα στο ποίημα.)

Τετάρτη, Φεβρουαρίου 04, 2009

Επιζητώντας τον χαμένο χρόνο

"Ακριβώς έτσι χάνεται ο χρόνος"∙ ανάμεσα σε ιστούς σελίδων όπου, παγιδευμένο σαν μικρό ανίσχυρο τζιτζίκι, το εγώ μας αδυνατεί να αναμετρηθεί με την πανίσχυρη αυταπάτη. Έτσι χάνεται ο ακριβός χρόνος, από την απερίσκεπτη άρνηση να καταβάλουμε λύτρα στην πραγματικότητα και την κουτοπόνηρη πεποίθηση πως εμείς, τραγουδώντας, θα καταφέρουμε να τον ανταλλάξουμε με καιρό. Μετά άντε να εξηγείς στο φθαρτό σαρκίο σου (όταν, κάθε βράδυ ύστερα από τη μάχη, μυστικά καταμετράς τα σημάδια της φθοράς του) γιατί τα σκάτωσες στις διαπραγματεύσεις με τον Διάβολο.

René Magritte, Le temps traversé, 1939


(H πρώτη φράση είναι ένα πρακτικό σχόλιο φίλης και δεν είναι _αν και θα μπορούσε και όφειλε_ στίχος∙ τα υπόλοιπα είναι «τα δικά μου» και αδυνατούν_ακόμη και αν όφειλαν_να γίνουν στίχοι∙ και όλο αυτό το ελαφρώς ασυνάρτητο είναι μια γιορτινή «ξεπέτα» _η δική μου χαμένη αψιμαχία με την αυταπάτη.)



2 μ.μ.
Υ.Γ. Δεν είναι
πια γιορτινή η "ξεπέτα" _αλλά το θέμα της δεν παύει να είναι ο Χρόνος κι ο καιρός... Καλό σου ταξίδι, Ωραία μου!

Κυριακή, Ιανουαρίου 25, 2009

κάτι για να λέμε

Katsushika Hokusai, Waves and Birds, c. 1825



πουλιά φευγάτα


ανάδρομα πετάνε


σε κρύους τόπους



Αν δεν φιλοδοξούσε να γίνει χαϊκού όταν μεγαλώσει, μπορεί και να έλεγε "λόγια φευγάτα"... Επίσης, θα το έσβηνα, αν δεν λυπόμουν την ονειρική ζωγραφιά του Χοκουσάι, γιατί αμέσως μετά μου απαγγείλανε αληθινή ποίηση _έναν υπέροχο ενδεκασύλλαβο (Νονά, ξέρεις κάτι;... ):

Μ΄ αρέσει η βροχή τα μεσημέρια