Obsessed, bewildered by the shipwreck of the singular, we have chosen the meaning of being numerous (George Oppen)
Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009
Μαρίνα
(αποσπάσματα από το ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ)
[…]
Η αιωνιότητά μας είναι αιωνιότητα της μιας ώρας, που κοντεύει να περάσει. Και δεν θέλω από σας παρά τούτο το μόνο πράγμα: την άδειά σας να σας αγαπώ, τίποτε άλλο εκτός από αυτές τις φτωχές λέξεις: «Αγάπα με όπως επιθυμείς _κι όπως δεν επιθυμείς: με όλη εσένα».
Δε μιλώ για τη ζωή. Δε μιλώ για τις ώρες που περνούν. Ξέρω ότι όλες οι ζωές και όλες οι ώρες είναι πιασμένες και είμαι η τελευταία που θα ‘θελε να καταπατήσει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών (δικαιώματα και ιδιοκτήτες, δύο πράγματα που περιφρονώ εξίσου). Η αγάπη μου δεν αντιστοιχεί σε κανέναν χρόνο, σε κανένα τόπο.
[…]
Ποιος χρόνος κατάφερε να κρατήσει μέσα του τον έρωτα, αφού ξεχειλίζει κατά κύματα από την ψυχή την ίδια (σε αγαπώ τόσο που δεν αντέχω! _ Πού; _ Μέσα στο σώμα μου!), αφού η πρώτη του λέξη είναι «πάντα» και η τελευταία «ποτέ». Τα μεσάνυχτα δεν του ταιριάζουν περισσότερο απ’ ό,τι το μεσημέρι, όλα αυτά είναι ερωτικά κλισέ _τόσο φθαρμένα από τη χρήση! Εκείνο που κρατάει ο χρόνος νομίζοντας πως κρατά τον έρωτα είναι κάτι άλλο. Είναι η παραίτηση απ’ αυτόν.
[…]
Ο ουρανός είναι ολοκάθαρος. Αριστερά, πάνω από το νέο καμπαναριό, η αυγή. Είναι αθώο και αιώνιο. Σε αγαπώ όπως θα μπορούσα να έχω αγαπήσει τον γιο σου, που θα έπρεπε εσύ να είσαι.
Μη νομίζεις ότι περιφρονώ την απλή, γήινη ύπαρξή σου. Σε αγαπώ ολόκληρο, με το βλέμμα σου, με το χαμόγελό σου, με τις διαθέσεις σου, με την έμφυτη, γενετική, εκ γενετής τεμπελιά σου, με όλη τη σκοτεινή (για σένα, όχι για μένα) αρχή της ψυχής σου: της καλοσύνης σου, της συμπάθειάς σου, της άρνησής σου. Ας μην είναι όλα αυτά ούτε για μένα, ούτε εξαιτίας μου _τι σημασία έχει! Θέλω τόσα πολλά από σένα _που δεν θέλω απλώς τίποτα. (Ας μην αρχίσω καλύτερα!)
Αλλά να ξέρεις, οικοδεσπότη μου της μιας ώρας, ότι ποτέ καμιά δεν σε… (όχι τόσο, μα έτσι. Έτσι ακριβώς, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον δικό μου τρόπο). Κι ότι ακόμα κι αν σ’ αφήσω, ακόμα κι αν σε παραχωρήσω _όπως παραχωρώ τα πάντα στους πάντες, κι αφήνω να με προσπερνά ο καθένας _δεν θα σ’ εγκαταλείψω ποτέ.
Φως της αυγής. Είμαι ήρεμη σαν νεκρή και μες την απόλυτη αυτή καθαρότητα ουρανού και πνεύματος, σου λέω: «Μαζί σου χρειάζομαι εξίσου το εσωτερικό της καλύβας και το απέραντο της νύχτας. Όλη τη νύχτα έξω κι όλη τη νύχτα μέσα».
Τι αθλιότητα η ζωή στη γη! Τι εγκατάλειψη!
Σφίγγω το χέρι σου στα χείλη μου. Γράψε μου, γράψε μου επιτέλους. Θα κοιμηθώ με το γράμμα σου. Μου χρειάζεται κάτι ζωντανό από σένα.
Ο ουρανός είναι γεμάτος ροζ αχηβάδες. Αν ο ουρανός είναι η ακτή, τι θα’ ναι άραγε η θάλασσα; Είναι η ώρα η πιο μυριστική. Κοιμήσου ειρηνικά. Τα πρώτα βήματα στον δρόμο. Ένας εργάτης περνάει. Και τα πουλιά.
Η αυγή μιας μέρας του Ιουνίου, Σάββατο.
Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009
Short dialogues 1
την απατηλή οικειότητα του τοπίου.
Εμένα θα με κέρδιζαν οι σκιές του νυχτερινού σπιτιού
πίσω από το απόκοσμο φως του φαναριού
κι ο φευγαλέος αντικατοπτρισμός του στο νερό.
Η συνύπαρξή μας θα ήταν, λοιπόν, ανέφικτη
χωρίς τη μόνη δύναμη που μπορεί να αιχμαλωτίσει
το μυστηριακό σμίξιμο της μέρας με τη νύχτα
σ’ ένα σκηνικό σαγήνης που μας χωράει και τους δύο.
Ναι, τη δύναμη αυτή κι εγώ την ονομάζω
Ποίηση
(Για τον πίνακα αυτό, ο Μαγκρίτ έχει πει: «Το τοπίο μας κάνει να σκεφτούμε τη νύχτα, ο ουρανός την ημέρα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η ταυτόχρονη παρουσία της μέρας και της νύχτας έχει τη δύναμη να εκπλήσσει και να γοητεύει. Αυτή τη δύναμη την ονομάζω ποίηση».)
Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί;
Τείχος ψηλό.
Βαδίζουμε εμείς από τη μια κι ο χρόνος απ' την άλλη.
Φορές φορές σμίγουμε τις ρώγες των δαχτύλων _
ποτέ τα βλέμματα.
Παλιό το τείχος.
Ανάμεσα στις πέτρες
σφυρίζει ο καιρός
και ξεπετιέται σε μικρές αστραποβόλες λάμψεις.
Το κοίταγμά του
το κρατάς σφιχτά στα δόντια,
σαν πεθαμένος,
και πορεύεσαι
στη συνωμοτική σιωπή σου.
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί;
Η ποίηση κλεφτή ματιά πάνω απ' το τείχος.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, καινός διαιρέτης, Εκδόσεις Νεφέλη, 2007
Robert Motherwell, The Poet's eye, 1989-90(από εδώ)
[Ωστόσο, διαπράττω ασυγχώρητο ατόπημα: ο Καινός Διαιρέτης διαιρεί, αλλά δεν... διαιρείται. Δεν διαβάζεται αποσπασματικά. Είναι η μακριά πορεία (ή μάλλον, για να είμαστε στο πνεύμα των ημερών, η χαρτογράφηση μιας πορείας) που πρέπει να βιωθεί βήμα βήμα, μυητικά (Ισμηνός - Σκάμανδρος - Ιορδάνης), για να οδηγήσει, τελικά, στον τόπο πριν απ' τον παράδεισο _ εγώ θα 'λεγα στον παράδεισο τον ίδιο: την επικράτεια της Ποίησης.]
Λίγοι στίχοι την ημέρα
κάθεμέραλεπτήσυρτήγραμμή
σωρόςανεβαίνεισωρόςαδειάζ
ειεπανάληψηστηνκίνησηκαν
ονικότηταστηζωήβγεςαπτοπ
οίημακαιδεςτηνατέρμονηπαν
ομοιότητατοποίημαανατρέπ
ειτηδιαίρεσηκαινόςδιαιρέτης
ηποίηση.
καινός διαιρέτης,"ΚΑΙΝΟΣ ΔΙΑΙΡΕΤΗΣ" (επίλογος)
Μουσικές
Arvo Prät, Tabula Rasa
-------------------------------------------------------------
ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΜΑΊΟΥ 2009
Είναι μάλλον αστείο που αναγκάζομαι να το κάνω αυτό σε μια τέτοια ανάρτηση και αυτή την περίοδο. Είναι πολύ αστείο: αυτό το ήσυχο, μάλλον μονόχνωτο και ελάχιστα εξωστρεφές ιστολόγιο έπεσε θύμα φτηνού χακερισμού και δέχτηκε ένα απρεπές σχόλιο (εικαστικά και πιθανόν και λεκτικά _δεν ορκίζομαι γιατί δεν ξέρω κινέζικα), που επιπροσθέτως, για κάποιο λόγο, δεν μπορώ να το εξαλείψω. Αν ήταν μόνο για μένα δεν θ' αξιζε τόση φασαρία και θα έκανα απλώς την... Κινέζα∙ αλλά δεν ανέχομαι να υπάρχει κάτι που κάποιος ενδέχεται να εύρισκε προσβλητικό σε σχέση με τους συν-ιστολόγους που εμπλέκονται σε αυτή την ανάρτηση. Επειδή δεν θέλω, ωστόσο, να υποστούν κι εκείνοι τα επίχειρα αυτής της ανοησίας, σκέφτηκα να κλείσω μεν τα σχόλια της συγκεκριμένης ανάρτησης, μεταφέροντάς τα δε στο ίδιο το "σώμα" της, για να μη χαθούν _μαζί με τη δική μου εξήγηση, σχόλιο και αυτή, για τους λόγους που δεν είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή απαντήσει σε καθέναν χωριστά. Οι λόγοι εξακολουθούν να ισχύουν, γι 'αυτό δεν ανεβάζω ακόμη καινούργια ανάρτηση. Το μέιλ μου και οι προηγούμενες αναρτήσεις είναι στη διάθεση των φίλων μου -και των "Κινέζων" αναγκαστικά, που δυστυχώς δεν έχω άλλο τρόπο να τους κάνω να... βρουν (στην προκειμένη περίπτωση να χάσουν) τον Mπελά τους! :) :) :)
Ο/Η dodo είπε...
Ευχαριστώ γιά την κλεφτή ματιά στον "Καινό Διαιρέτη".
Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 10:23:00 πμ
Ο/Η substratum είπε...
Καλημέρα
Υπάρχει αυτό και έπειτα εμείς
κι έπειτα εσύ.
Ίσως και μια απόκριση προς εαυτόν: εσύ/εγώ.
Ηχητικά σιωπή (σιωπή σου) αλλά και η σιωπή ακόμη πιο έντονη μέσα από το σφύριγμα του καιρού
και η όραση για αστραποβόλες λάμψεις ή για κλεφτή ματιά πάνω από το τείχος
Από πάνω μας κοιτά η ποίηση
εμάς το τείχος τη σιωπή
εμάς τον καιρό τις λάμψεις μες στις πέτρες
Αλλά η ποίηση δεν έρχεται από ψηλά
ή καλύτερα η ποίηση κοιτάζει - στα κλεφτά - το τείχος που μας κοιτάζει
Η ποίηση και μεις μπροστά στο τείχος
μπροστά στο χρόνο
μπροστά στη σιωπή
Μονάχα η πορεία
εκεί στο όριο του τείχους
παρά το τείχος πορεία
ίσως και γύρω - γύρω από το όριο.
Και η συνωμοσία; Και ποια σιωπή συνωμοτεί; Η δική σου/μου σιωπή, η σιωπή του τείχους, η σιωπή της ποίησης που βλέπει;
Κι αυτό το βλέμμα, το κοίταγμα που το κρατάς σαν οβολό σφιχτά στα δόντια, για το πέρασμα...
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί; ΄Ετοιμος; Σαν πεθαμένος;
Τι αίνιγμα!
Αδύνατον να το λύσω
΄Ισως γιατί δεν είμαι έτοιμος
έτοιμος να κοιταχτώ
΄εχω τόσα μίλια ακόμα να πάω
έχω ακόμα χιλιάδες υποσχέσεις να κρατήσω
δεν είμαι έτοιμος
αλλά και αν ανέτοιμος πρέπει ως έτοιμος από καιρό να δράσω ή αντιδράσω
αφήνω εδώ μπόλικες πέτρες και σήματα και αλφάβητα
μισός ερείπια μισός σπαράγματα
δεν είμαι έτοιμος
όσο ο καιρός δεν είναι έτοιμος να κοιταχτεί
δεν θα είμαι έτοιμος κι εγώ
η μονάδα ανάλυσης του χρόνου
για αυτό απευθύνω το αίνιγμα αυτό στον καιρό
Κι η ποίηση κλεφτή ματιά ας χαράξει
Βαγγέλης Ι.
Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 11:59:00 πμ
Ο/Η Πόλυ είπε...
Οι πιο σπουδαίες συναντήσεις είναι οι μυστικές.
Ιδιαιτέρως αυτές που συμβαίνουν στα ποιήματα.
Κάποια ποιήματα γράφονται για να τις κάνουν δυνατές.
Και ο άλλος «Παράδεισος», που λέγαμε, για να συναντήσει εκείνος επί τέλους τη Βεατρίκη του…
Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 4:40:00 μμ
Ο/Η Γιώργος Χ είπε...
Υπέροχε μπελά
Χαίρομαι που ο δρόμος και ο δικός μας και του χρόνου φαίνεται ανοιχτός κι ας μην συναντιόμαστε ' ίσως περισσότερη σημασία έχει να μπορούμε να βαδίζουμε κι ας έχουμε ανεπαίσθητη επικοινωνία!
Το τείχος,βλέποντάς το θετικά, δεν είναι εμπόδιο ' είναι μέτρο του ύψους της ύπαρξής μας και οδηγός του δρόμου για να μην πω "οδικός χάρτης" και παρεξηγηθώ.
Το ρεύμα του αέρα που ακολουθεί την οροφή του τείχους είναι η ελευθερία και μπορούμε να τη δούμε λίγες στιγμές στη ζωή μας και για δευτερόλεπτα όταν γινόμαστε ηρωϊκοί επειδή αρνούμαστε να προσαρμοστούμε.
Δευτέρα, Μάϊος 18, 2009 11:55:00 μμ
Ο/Η zVyk είπε...
Τι θλιμμένο που είναι... και πόσο όμορφο...
Τρίτη, Μάϊος 19, 2009 6:08:00 μμ
Ο/Η just me είπε...
Το ξέρω, είναι αγένεια να μην απαντάς στα σχόλια που σου γράφουν οι συν(τροφοι)μπλόγκερ ξοδεύοντας, από το υστέρημά τους, πολύτιμο χρόνο, κόπο και ενδιαφέρον
Αγένεια είναι όμως, σύμφωνα με τον προσωπικό μου συναισθηματικό κώδικα, και να τα στριμώχνεις με το ζόρι αυτά στην προκρούστεια κλίνη της τυπολατρίας και του εκάστοτε savoir-vivre.
O Μάιος είναι ο μήνας _το κατώφλι προς ένα ακόμη/ένα λιγότερο καλοκαίρι της ζωής μου_ που με καθηλώνει και με σωπαίνει.
Ξαναδιαβάζω τον "Καινό Διαιρέτη" και παρακολουθώ υπνωτισμένη τη λεπτή συρτή γραμμή, ψευδαισθητικά ακίνητη και σταθερή, να ενοποιεί τον χρόνο. Μέχρι που επεμβαίνει ξανά η αναπόδραστη κανονικότητα της ζωής, ο καιρός σφυρίζει δηκτικά μέσα από μια τρύπα του τείχους, ο μέλλων ξαναγίνεται συντελεσμένος και έχει έρθει η ώρα να σπάσω τη συνωμοτική σιωπή μου και "να βγω από το ποίημα", εκεί έξω που μπορεί να είναι και το εδώ μέσα αλλά ως έξω προς τον Άλλο, έξω της ανταλλαγής, του εσύ/εγώ. Του εμείς. Φέτος, όπως πέρυσι, όπως _μακάρι_ και του χρόνου. Μέσα στην ατέρμονη πανομοιότητα. Ανάμεσα στις κλεφτές ματιές του καθενός μας πάνω από το τείχος.
Τα λέμε...
Πέμπτη, Μάϊος 21, 2009 11:10:00 πμ
Ο/Η ritsmas είπε...
Πολύ όμορφα το θέτεις αυτό το αδιαίρετο στον καινό διαιρέτη
Πέμπτη, Μάϊος 21, 2009 11:59:00 πμ
Ο/Η βαγγελης ιντζιδης είπε...
Aγαπητή φίλη
το σχόλιό σου προς απάντησή μας
ένα θαυμάσιο κείμενο
Σκέφτομαι αυτό το καινό στον διαιρέτη και δηλώνω απόλυτα αδαής
΄Εχοντας εξασφαλίσει την προϋπόθεση κάθε χειραφέτησης, το να είσαι, δηλαδή, αδαής,προσπαθώ να κατανοήσω τι είναι εκείνο που χρειάζεται να διαιρεθεί ή από την άλλη τι είναι εκείνο που επαληθεύεται δια του πολλαπλασιασμού. Μετά λέω πως μάλλον αυτά είναι εξυπνάδες ενός αναλφάβητου όπως εγώ. Και πως δεν έχω κατακτήσει ακόμη το αλφάβητο εκείνου του αθέατου κειμένου γύρω από το οποίο κάθε λογοτεχνία διερωτάται για τον εαυτό της πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι.
Χαίρομαι πάντως που άλλοι ποιητές το έχουν καταφέρει. Και προσκομίζουν βέβαιοι το καινό αλλά και το διαιρέτη για την μοιρασιά των πραγμάτων.
Παραμένοντας ακόμη ένα περιττό - ενδεχομένως, και για αυτό - βραχύβιο- αναλφάβητο υβρίδιο διαβάζω ξανά και ξανά το ποίημα αυτό καθώς και τη συλλογή μέρος της οποίας αποτελεί.
Δεν καταλαβαίνω...και ετοιμάζω τον εαυτό του για έναν πόλεμο με την κατανόηση που νόμιζα πως είχα αφήσει πίσω μου.
Λυπάμαι που ακόμη δεν έχω καταφέρει να σταθώ στο ύψος του τείχους.
Μέχρι τώρα πήγαινα μέχρι εκεί για να δω τι διακρίνει τη ζωή από τη μηζωή κι ίσως καμιά φορά για να κρύψω το πρόσωπό μου από το προσωπείο του θεού.
Ας είναι η ποίηση
η ποίηση
και όχι το ποίημα
ανασαίνει το ύστατο
Με Χαιρετισμούς αγαπημένους
σε καληνυχτώ
Ο φίλος
Βαγγέλης Ι.
Παρασκευή, Μάϊος 22, 2009 10:11:00 μμ
Πέμπτη, Απριλίου 30, 2009
Επετειακά και...
Τέταρτη Διάσταση
"Φαίδρα"
Όχι∙ παράπονο δεν έχω από σένα ή απ’ τη μοίρα μου. Ώρες-ώρες/
και μόνη η γνώση της όποιας δυστυχίας μας μπορεί να μας κρατήσει/
πάνω απ’ τη δυστυχία, σ’ ένα χώρο βαθύ και υψηλό∙ _ ένας ήσυχος/
……..αέρας φυσάει εκεί πάνω,/
τα μαλλιά μου χτυπάνε στους ώμους μου ανάλαφρα/
σα δυο παλάμες φιλικές, σα δυο φτερούγες/
διάφανες, πραϋντικές, επικυρωτικές./
…………………………………………….Ολόγυρά μου/
απλώνεται η σπλαχνιά μιας άχρονης αστροφεγγιάς, _σπλαχνιά δική μας/
για όλο τον κόσμο και για τον ίδιο τον εαυτό μας φυσικά. Τότε/
δε μου χρειάζεται διόλου να πετάξω,/
εκεί στο ύψος του ονείρου και της τελικής μου θέλησης, μόνη με μένα/
απαλλαγμένη από μένα, χωρισμένη/
από τα ξέχωρα δικά μου, ενωμένη με τον κόσμο. Και τα σκοινιά που/
..........με δέναν/
στα χέρια, στα πόδια, στο λαιμό, κομμένα,/
φτερά τώρα κ’ εκείνα _να τ’ ακούω ν’ ανεμίζουν/
και οι άκρες τους ν’ αγγίζουν μαλακά τον ουρανό και το χώμα_
………………………………………………………………………………
Λίγοι στίχοι την ημέρα
(Με τη φωνή του) Στοιχεία ταυτότητας
Μουσική
Γιόχαν Σεμπάστιαν Μπαχ, Violin Concert in A minor, ΒΜW 1041, part II, Andante
Τετάρτη, Απριλίου 22, 2009
Έκτακτο περιστατικό οξείας νοσταλγίας
ΚΕΔΡΙΣΟΣ (απόσπασμα)
......................................................
Τίποτα το μεγάλο το έκτακτο
σ' αυτόν τον τόπο για να το θυμάσαι
μια ρηχή κοίτη που στεγνώνει ο Αύγουστος
και το νερό δε φτάνει.
Ξηρός της αγριόχηνας ο γόνος
ανάλαφρος για να πετά ο βολβός
στην άμμο του άγριου κρίνου, εκεί
της εφηβείας μας το κογχύλι.
Βαθιά κρυμμένος σα χοχλάδι
της καλαμιάς ο κόντυλος έχει κρατήσει
το αχ του έρωτα και του θανάτου
και γύρω στην αδιάφορη αμμουδιά
πάλι και πάλι το ίδιο κύμα-σήμα.
Δε λησμονώ τη λάσπη, εκείνη την ύλη
που κράτησε το σπόρο ζωντανό, το φύτρο,
μέσα στο σπάρτο τ' αόρατο λιακόνι
μαζεύονταν για να σου επιτεθεί,
ο ήλιος το σαγήνεψε το μεσημέρι,
τα βήματά της τα κατάπιε ο Λίβας.
Πόσα να δώσω αρχίζοντας απ’ την ψυχή
για ν’ αποκτήσω το μικρό μου σπίτι
την κάμαρη και την αυλή του.
Πίσω απ΄ τις θίνες ήτανε σαν κρίνο
στο λιβαδάκι που κυλούσε ο Κεδρισός
ανάμεσα στην κίτρινη έρημο
και το γιαλό με τις κροκάλες∙
καθώς περνούσε κυνηγός σπίθιζαν
και ξεσμηλιώναν τα πουλιά.
Πρέπει τους θησαυρούς μου να μαζέψω
να βρω εκείνον που θα μεσιτέψει
για την αιματηρή συναλλαγή,
να ξαναπάω εκεί απ’ όπου ορμήθηκα
για να ‘ρθώ στην ανώνυμη αρένα.
Γύρω γύρω βουνά γυμνά ας είναι ιοστέφανα
κλειστό ένα λιμάνι δυτικά
με τους απαγορευμένους πλόες.
Για τον άνεμο τις γράφω αυτές τις λέξεις
για της Νήσου τον άνακτα τις δένω
μέσα στον στρόβιλο και στον αφρό.
Κι αυτό το άσπρο χαρτί χαρακωμένο
σε παντογράφο του τυφλού
θα τις σηκώσει και στο κενό θα τις φυσήξει
μαζί με το σεισμό της καλαμιάς.
Ας φύγουν οι λέξεις αν μπορούν ας φύγουν
ας πέσει μόνο ο σπόρος.
……………………………………………………
Ο Κεδρισός ουράνιος είναι ποταμός
στην Κυδωνία ρέει το είδωλό του
παραπλανά τις λεύκες ασημένιος.
Εκεί επάνω τρέχει και παφλάζει
στης εκβολής του την παλίνδρομη φυγή
εκεί μαζεύονται οι ψυχές που αφήσανε
το κάλλος τους το κέλυφός τους.
Ο φλοίσβος είναι λέξη του νερού
η τρικυμία είναι της τρίαινας.
Η θάλασσα ανοιχτή κι απέραντη
με τ’ αναρίθμητά της άλφα.
Β ι κ τ ω ρ ί α Θ ε ο δ ώ ρο υ
Δευτέρα, Μαρτίου 23, 2009
Γράμμα από τον θεό της απαντήσεως
Περπατώ και νυχτώνει.
Αποφασίζω και νυχτώνει.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.
Υπήρξα περίεργη και μελετηρή.
Ξέρω απ’ όλα. Λίγο απ’ όλα.
Τα ονόματα των λουλουδιών όταν μαραίνονται,
πότε πρασινίζουν οι λέξεις και πότε κρυώνουμε.
Πόσο εύκολα γυρίζει η κλειδαριά των αισθημάτων
μ’ ένα οποιοδήποτε κλειδί της λησμονιάς.
Όχι δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα μέρες με βροχή,
εντάθηκα πίσω απ΄αυτό
το συρματόπλεγμα το υδάτινο
υπομονετικά κι απαρατήρητα,
όπως ο πόνος των δέντρων
όταν το ύστατο φύλλο τους φεύγει
κι όπως ο φόβος των γενναίων.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Πέρασα από κήπους, στάθηκα σε συντριβάνια
και είδα πολλά αγαλματίδια να γελούν
σε αθέατα αίτια χαράς.
Και μικρούς ερωτιδείς, καυχησιάρηδες.
Τα τεντωμένα τόξα τους
βγήκανε μισοφέγγαρο σε νύχτες μου και ρέμβασα.
Είδα πολλά και ωραία όνειρα
και είδα να ξεχνιέμαι.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Περπάτησα πολύ στα αισθήματα,
τα δικά μου και των άλλων,
κι έμενε πάντα χώρος ανάμεσά τους
να περάσει ο πλατύς χρόνος.
Πέρασα από ταχυδρομεία και ξαναπέρασα.
Έγραψα γράμματα και ξαναέγραψα
και στο θεό της απαντήσεως προσευχήθηκα άκοπα.
Έλαβα κάρτες σύντομες:
εγκάρδιο αποχαιρετηστήριο από την Πάτρα
και κάτι χαιρετίσματα
από τον Πύργο της Πίζας που γέρνει.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη που γέρνει η μέρα.
Μίλησα πολύ. Στους ανθρώπους,
στους φανοστάτες, στις φωτογραφίες.
Και πολύ στις αλυσίδες.
Έμαθα να διαβάζω χέρια
και να χάνω χέρια.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Ταξίδεψα μάλιστα.
Πήγα κι από ‘δω, πήγα κι από ‘κει…
Παντού έτοιμος να γεράσει ο κόσμος.
Έχασα κι από ‘δω, έχασα κι από ‘κει.
Κι από την προσοχή μου μέσα έχασα
κι απ’ την απροσεξία μου.
Πήγα και στη θάλασσα.
Μου οφειλόταν ένα πλάτος. Πες πως το πήρα.
Φοβήθηκα τη μοναξιά
και φαντάστηκα ανθρώπους.
Τους είδα να πέφτουν
απ’ το χέρι μιας ήσυχης σκόνης,
που διέτρεχε μιαν ηλιαχτίδα
κι άλλους από τον ήχο μιας καμπάνας ελάχιστης.
Και ηχήθηκα σε κωδωνοκρουσίες
ορθόδοξης ερημίας.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Έπιασα και φωτιά και σιγοκάηκα.
Και δεν μου ‘λειψε ούτε των φεγγαριών η πείρα.
Η χάση τους πάνω από θάλασσες κι από μάτια,
σκοτεινή, με ακόνισε.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Όσο μπόρεσα έφερ’ αντίσταση σ’ αυτό το ποτάμι
όταν είχε νερό πολύ, να μη με πάρει,
κι όσο ήταν δυνατόν φαντάστηκα νερό
στα ξεροπόταμα
και παρασύρθηκα.
Όχι, δεν είμαι λυπημένη.
Σε σωστή ώρα νυχτώνει.
Κική Δημουλά, Το λίγο του κόσμου, 1971
Το αντίθετο της λύπης δεν είναι η χαρά _aka "χαζό παιδί χαρά γεμάτο"_ είναι η χαρμολύπη, η παραμυθία τού να χάνεις συνειδητά τη μάχη με την υπαρξιακή λύπη, για να αξιωθείς τη δωρεά της γνώσης και της κατανόησης∙ ναι, καταλαβαίνω…
χαρμολύπη (η)(χωρίς πληθ.) = ανάμικτο συναίσθημα χαράς και λύπης.
(ΕΤΥΜ. μεσν < αρχ. χάρμη "χαρά (της μάχης)" (< χαίρω) + λύπη).
Γ. ΜΠΑΜΠΙΝΙΩΤΗ, ΛΕΞΙΚΟ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΛΛΛΗΝΙΚΗΣ ΓΛΩΣΣΑΣ, ΚΕΝΤΡΟ ΛΕΞΙΚΟΛΟΓΙΑΣ
Δευτέρα, Φεβρουαρίου 09, 2009
JUST homework
Θα 'πρεπε να το φανταστώ
πως στ’ όνειρο θα μου 'φερνες
κάτι όμορφο, κι επίφοβο,
ορχιδέες σε μια πελώρια ανθοδέσμη,
αφού ποιος θα 'λεγε (στ' όνειρο)
«αυτό σου στέλνω,
εγώ που άφησα αφίλητες
τις γαλάζιες φλέβες του λαιμού σου».
Τι έγινε και τα χέρια σου
(που δεν κράτησαν ποτέ τα δικά μου),
τα χέρια σου που τα 'βλεπα
να πλανιούνται πάνω στ' άνθη
τόσο προσεκτικά,
τα χέρια σου, τόσο εύθραυστα, που φρόντιζαν
να σηκώνουν τόσο απαλά τα εύθραυστα λουλούδια_
αχ, αχ, πώς έγινε
Ποτέ δεν έστειλες (στ’ όνειρο)
τη μορφή την ίδια, το άρωμα το ίδιο,
όχι βαρύ, όχι αισθησιακό,
μα επίφοβο_επίφοβο_
από ορχιδέες σε μια πελώρια ανθοδέσμη,
και τυλιγμένα με αστραφτερή κορδέλα,
δυο λόγια:
«Λουλούδι σταλμένο σε λουλούδι∙
για χέρια λευκά, το υποδεέστερο λευκό,
το λιγότερο όμορφο του φύλλου»
ή
«Αγάπη σε μια αγάπη, ούτε φιλί,
ούτε άγγιγμα, αλλά παντοτινά αυτό».
Χίλντα Ντούλιτλ
(Μόνο homework... για "σοβαρή" μετάφραση, not in my dreams! _καθώς, εκτός των άλλων, στην περίτπωση της Ντούλιτλ το lover to lover γίνεται μεταφραστικός γρίφος και ο τίτλος είναι ένα μυστήριο που δεν αφήνει ίχνη μέσα στο ποίημα.)
Κυριακή, Ιανουαρίου 18, 2009
"Sólo un instante"
Ennio Morricone, "Gabriel's oboe" from The mission
πότε είμαστε ό,τι είμαστε στ’ αλήθεια;
και μόνοι μας εν τέλει είμαστε πάντα
μονάχα ένα κενό, μια ζάλη, σ’ έναν
καθρέφτη μορφασμοί, ναυτία και τρόμος,
δεν είν’ ποτέ η ζωή δική μας, είναι
άλλων, δεν είναι κανενός, όλοι είμαστε
η ζωή _ψωμί του ήλιου για τους άλλους,
όλους τους άλλους που είμαστε ίδιοι_,
είμαι ένας άλλος όταν είμαι, οι πράξεις μου
είν’ πιο δικές μου όταν ανήκουν σ’ όλους,
για να ’μαι εγώ πρέπει να είμαι άλλος,
να βγω απ’ το εγώ, να με ζητήσω σ’ άλλους,
τους άλλους που δεν είναι αν δεν υπάρχω,
τους άλλους που πληρούν την ύπαρξή μου,
είμαι δεν έχει ή εγώ, εμείς μονάχα,
πάντα η ζωή είναι άλλη, αλλού, πιο πέρα,
πέρ’ από σένα ή εμένα, πάντα ορίζοντες,
ζωή που μας ποθεί και μας διχάζει,
μας δίνει πρόσωπο και το τσακίζει,
πείνα του είναι, ω θάνατε, ψωμί όλων,
[...]
(εκεί που το οφείλω...)
Παρασκευή, Ιανουαρίου 09, 2009
Sanctuaries
γλυκαμένη από τον θυσανωτό
μπλε της ψίθυρο
η ποίηση
κυρίως
δυναμώνει τον ήχο
της σιωπής
Μαρία Λαϊνά, Σημεία στίξεως, εκδ. Στιγμή, 1991 (α' εκδ. Κέδρος, 1979)
(πρώτο ποίημα)
Anne Clark, Poem without words
Paul Klee, Walpurgis Night, 1935
ΠΕΝΤΕ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
5
Δεν είχα προφτάσει
Βρισκόμουν στο φως
και μετατοπιζόμουν μαζί του
Ένα οποιοδήποτε φεγγάρι
μπορούσε να μ' ακουμπήσει
Ένιωθα πως αυτό θα περνούσε
πως τελικά
.........θα είχα έναν τόπο να μείνω
.................................................ένα οποιοδήποτε φεγγάρι.
Μαρία Λαϊνά, Σημεία στίξεως, εκδ. Στιγμή, 1991 (α' έκδοση Κέδρος, 1979)
(τελευταίο ποίημα)
Max Ernst, Sanctuary, 1965Δευτέρα, Δεκεμβρίου 29, 2008
Καλή Χρονιά!
Χρόνος παρών και περασμένος χρόνος
Είναι ίσως κι οι δυο παρόντες στον μελλοντικό καιρό
Και το μέλλον περιέχεται στο παρελθόν.
Αν όλος ο χρόνος είναι αιώνια παρών
Όλος ο χρόνος είναι ανεξαγόραστος.
Αυτό που θα μπορούσε να έχει γίνει είναι μια αφαίρεση
Που παραμένει μια αιώνια δυνατότητα
Μόνο σ’ έναν κόσμο διαλογισμού.
Ό,τι θα μπορούσε να έχει γίνει και ό,τι έγινε
Κατευθύνουν σ’ έναν σκοπό, που είναι πάντοτε παρών.
Βήματα αντηχούν στη μνήμη
Κάτω στο μονοπάτι που δεν πήραμε
Προς τη θύρα του ροδόκηπου
Που δεν ανοίξαμε ποτέ. Τα λόγια μου αντηχούν
Έτσι, μέσα στο νου σου.
Αλλά για ποιο σκοπό
Ταράζουν τη σκόνη σ’ ένα βάζο με ροδοπέταλα
Δεν ξέρω.
.....................
T. S. Eliot, Four Quartets, "Burnt Norton"
(από την ελληνική έκδοση Θ. Σ. ΕΛΙΟΤ, ΤΕΣΣΕΡΑ ΚΟΥΑΡΤΕΤΑ/Ένα μήνυμα για το μέλλον της ανθρωπότητας, μετάφραση Έφης Αθανασίου, Ίκαρος Εκδοτική Εταιρεία, 2002)
Λέγεται ότι ο Τόμας Στερνς Έλιοτ εμπνεύστηκε τα Τέσσερα Κουαρτέτα από το Κουαρτέτο για έγχορδα Νο 15, έργο 132 του Μπετόβεν. Εγώ, πάλι, «εμπνεύστηκα» την αποχαιρετιστήρια-ενός-ακόμη-χρόνου τούτη ανάρτηση από τον ήχο της λέξης unredeemable (η Έφη Αθανασίου μεταφράζει «ανεξαγόραστος», πιο άχαρο αλλά πιο ακριβές κι αληθινό από το σεφερικό «αλύτρωτος», πιστεύω), που σφυροκοπάει ρυθμικά μέσα μου κάθε φορά που θα εμπλακώ (τόσο κοινότοπα, τόσο αναπόδραστα...)σε σκέψεις ή κουβέντες για τον Χρόνο.
Σάββατο, Οκτωβρίου 11, 2008
1(a

by e.e. cummings (CP673)
...ή πώς γίνεται να ειπωθούν και να ζωγραφιστούν ταυτοχρόνως ΟΛΑ με τέσσερις μοναδικές λέξεις (το "ζωγραφιστούν" δεν αφορά τον ατμοσφαιρικό, κατά τα άλλα, πίνακα του Πρέστον και το ποστ δεν αφορά τίποτα που να μπορεί να ειπωθεί καν με λέξεις -δηλαδή, τίποτα).
|
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 02, 2007
Νυχτερινό...
(Μήπως έγινε ποτές φωτιά που να μην την άναψε κάποιο παιδί, ω Ηρόστρατε)
..............................................................................................................................................................
Μα εσύ που γνώρισες τη χάρη της πέτρας πάνω στο θαλασσόδαρτο βράχο
το βράδυ που έπεσε η γαλήνη
άκουσες από μακριά την ανθρώπινη φωνή της μοναξιάς και της σιωπής
μέσα στο κορμί σου
τη νύχτα εκείνη του Άι-Γιάννη
όταν έσβησαν όλες οι φωτιές
και μελέτησες τη στάχτη κάτω από τ' αστέρια.
Γιώργος Σεφέρης, Ο κ. Στράτης Θαλασσινός, Πέντε ποιήματα του κ. Σ. Θαλασσινού, (Δ'. Φωτιές του Αϊ-Γιάννη)
Οι πορτοκαλιές φλόγες των μεταμεσονύχτιων κεριών, θερμή αντίστιξη στο παγωμένο ασάλευτο φως της αποδημούσας σελήνης, αυτοσχεδιάζουν λεπταίσθητες όσο και παθιασμένες πιρουέτες στο άγγιγμα ενός ελαφρού, αναποφάσιστου (ακόμη) βοριά.
Στην αγκαλιά μου ποιήματα _διάφορα... Λόγια στο ημίφως, στίχοι-φλόγες που χορεύουν κι αυτοί τον δικό τους τελετουργικό χορό.
Περνώ σαν υπνωτισμένη την παλάμη πάνω από τις πραγματικές φλόγες, καθυστερώντας _γιατί;_ ν' αγγίξω τις άλλες...
Γαλήνη (γαλήνη;).
Και ξαφνικά ένα μετείκασμα απειλής στις παρυφές του φλόγινου κύκλου... και μια (καίρια) μαχαιριά ενοχής...
(η ύβρις· ποιος θρήνος, ποια ψυχή ανθρώπου ή ζώου δραπέτισσα από το πυρπολημένο σαρκίο της, ποιο κουφάρι δέντρου, ποια καθημερινότητα θα σε συγχωρέσει για την πολυτέλεια να μαγεύεσαι ακόμη στη θέα της φλόγας, να κρύβεσαι ακόμη στην τέχνη για να ξεφύγεις από την πραγματική ζωή;)
Σβήνω τα κεριά, συσκοτίζω τα λόγια και αναθέτω στην ουράνια Μόνα Λίζα _το αινιγματικό, ποιητικό φως της δεν φτάνει, ωστόσο, για διάβασμα_ να μεσολαβήσει στο Σύμπαν (όπου όλοι κι όλα ανήκουμε) για τη λήθη του (και τη μνήμη μας).
|
(το ποστ της προπερασμένης Παρασκευής, για τη μουσική του Ζμπίγκνιου Πράισνερ δεν ευτύχησε, συμβολική θυσία στο παρανάλωμα ...)
Κυριακή, Ιουλίου 15, 2007
Ανεμοδαρμένα ύψη
Tο διάβασα έτσι όρθια καταμεσής της βεράντας και, καθώς σήκωσα το βλέμμα, μού φάνηκε πως είδα στον ορίζοντα τον τρομαχτικό δραπέτη του ασκού του Αιόλου ν' αλλάζει όψη και να μου κλείνει πονηρά (και με μια υποψία τρυφερότητας) το μάτι.
ΤΟ ΓΛΩΣΣΑΡΙΟ ΤΩΝ ΑΝΘΕΩΝ
την ποίησιν ή την δόξα;
την ποίηση
το βαλάντιο ή την ζωή;
τη ζωή
Χριστόν ή Βαρραββάν;
Χριστόν
την Γαλάτειαν ή μιαν καλύβην;
την Γαλάτεια
την Τέχνη ή τον θάνατο;
την Τέχνη
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη
την Ηρώ ή τον Λέανδρο;
την Ηρώ
την σάρκα ή τα οστά;
την σάρκα
τη γυναίκα ή τον άνδρα;
τη γυναίκα
το σχέδιον ή το χρώμα;
το χρώμα
την αγάπη ή την αδιαφορία;
την αγάπη
το μίσος ή την αδιαφορία;
το μίσος
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
τον πόλεμο
νυν ή αεί
αεί
αυτόν ή άλλον;
αυτόν
εσένα ή άλλον
εσένα
το άλφα ή το ω μέγα;
το άλφα
την εκκίνηση ή την άφιξη;
την εκκίνηση
την χαράν ή την λύπην;
την χαρά
την λύπην ή την ανίαν
την λύπη
τον άνθρωπο ή τον πόθο;
τον πόθο
τον πόλεμο ή την ειρήνη;
την ειρήνη
ν' αγαπιέσαι ή ν' αγαπάς
ν' αγαπώ
Νίκος Εγγονόπουλος
Σάββατο, Φεβρουαρίου 24, 2007
Untitled
XCI
THE LOOK of Thee, what is it like?
Hast thou a hand or foot,
Or mansion of Identity,
And what is thy Pursuit?
Thy fellows,—are they Realms or Themes?
Hast thou Delight or Fear
Or Longing,—and is that for us
Or values more severe?
Let change transfuse all other traits,
Enact all other blame,
But deign this least certificate—
That thou shalt be the same.
Emily Dickinson
Κυριακή, Ιανουαρίου 21, 2007
Ο κόσμος είναι απλός

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνια κι είν' όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ' ανοιχτά
τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απέμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρίκυμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.
(από τον Ερωτικό λόγο του Γιώργου Σεφέρη)
(ΥΓ. Επειδή πολλοί μου λένε τελευταία ότι χρειάζομαι διακοπές, λέω να κάνω μια κράτηση σε κείνο το ψηλότερο συννεφάκι, που τώρα μοιάζει με πουλί. Για όσο κρατήσει...)
Δευτέρα, Ιανουαρίου 15, 2007
Ανάληψη ευθύνης

ΡΟΥΚΕΤΑ
Δεν είναι ούτε η θάλασσα
δεν είναι ούτε ο κόσμος
το γαλάζιο τούτο φως
στα δάχτυλά μας
κάτω από τα βλέφαρα
χίλιες αντένες
ψάχνουν ζαλισμένες
τον ουρανό
κόκκινο γαρούφαλο
μοναχό στη γλάστρα
στάθηκες σαν έγραφα
μπρος μου σαν αγάπη
ήταν μια ελαφίνα
κίτρινη σα θειάφι
κι ήταν ένας πύργος
από χρυσάφι
μέτρησαν τα χρόνια τους
πέντε κοράκια
μάλωσαν και σκόρπισαν
σαν πεντάλφα
τα μαλλιά της όμορφης
τ’ άσπρισαν τα κρίνα
στο κορμί της όμορφης
έγραψα βιβλία.
Δεν μπορώ να ζω
όλο με παγόνια
μήτε να ταξιδεύω μερόνυχτα
μέσα στα μάτια της γοργόνας.
(Γιώργος Σεφέρης, Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος)
Εγώ αυτή τη ΡΟΥΚΕΤΑ θα εκτόξευα, αν πίστευα πως η ποίηση στις μέρες μας εξακολουθεί να θεωρείται επικίνδυνη.
Τρίτη, Νοεμβρίου 14, 2006
In the mood for Poetry

The Day grew small, surrounded tight
By early, stooping Night–
The Afternoon in Evening deep
Its Yellow shortness dropt–
The Winds went out their martial ways
The Leaves obtained excuse–
November hung his Granite Hat
Upon a nail of Plush
......................................
Η Μέρα όλο μίκραινε, στριμωγμένη
Από μια Νύχτα πρόωρα κυρτωμένη–
Τ’ Απόγευμα έριχνε στο βαθύ το Δειλινό
Το κοντό του μπόι το Κίτρινο–
Οι Άνεμοι βγήκαν με πολεμικά τραγούδια
Τα Φύλλα ζήτησαν και πήραν άδεια–
Ο Νοέμβρης κρέμασε σε καρφί Βελουδένιο
Το Καπέλο του το Γρανιτένιο
(Emily Dickinson
Η Ποιήτρια των επομένων εποχών
Μετάφραση ΚΩΣΤΑΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΓΑΒΡΙΗΛΙΔΗΣ)


