Παρασκευή, Νοέμβριος 06, 2009

Μαρίνα

Μαρίνα Τσβετάγεβα,"ΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΤΟΝ ΕΛΙΚΩΝΑ", εκδ. Γαβριηλίδης, μετάφραση από τα γαλλικά Δήμητρα Κονδυλάκη
(αποσπάσματα από το ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ)


[…]
Η αιωνιότητά μας είναι αιωνιότητα της μιας ώρας, που κοντεύει να περάσει. Και δεν θέλω από σας παρά τούτο το μόνο πράγμα: την άδειά σας να σας αγαπώ, τίποτε άλλο εκτός από αυτές τις φτωχές λέξεις: «Αγάπα με όπως επιθυμείς _κι όπως δεν επιθυμείς: με όλη εσένα».
Δε μιλώ για τη ζωή. Δε μιλώ για τις ώρες που περνούν. Ξέρω ότι όλες οι ζωές και όλες οι ώρες είναι πιασμένες και είμαι η τελευταία που θα ‘θελε να καταπατήσει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών (δικαιώματα και ιδιοκτήτες, δύο πράγματα που περιφρονώ εξίσου). Η αγάπη μου δεν αντιστοιχεί σε κανέναν χρόνο, σε κανένα τόπο.
[…]
Ποιος χρόνος κατάφερε να κρατήσει μέσα του τον έρωτα, αφού ξεχειλίζει κατά κύματα από την ψυχή την ίδια (σε αγαπώ τόσο που δεν αντέχω! _ Πού; _ Μέσα στο σώμα μου!), αφού η πρώτη του λέξη είναι «πάντα» και η τελευταία «ποτέ». Τα μεσάνυχτα δεν του ταιριάζουν περισσότερο απ’ ό,τι το μεσημέρι, όλα αυτά είναι ερωτικά κλισέ _τόσο φθαρμένα από τη χρήση! Εκείνο που κρατάει ο χρόνος νομίζοντας πως κρατά τον έρωτα είναι κάτι άλλο. Είναι η παραίτηση απ’ αυτόν.
[…]



Ο ουρανός είναι ολοκάθαρος. Αριστερά, πάνω από το νέο καμπαναριό, η αυγή. Είναι αθώο και αιώνιο. Σε αγαπώ όπως θα μπορούσα να έχω αγαπήσει τον γιο σου, που θα έπρεπε εσύ να είσαι.
Μη νομίζεις ότι περιφρονώ την απλή, γήινη ύπαρξή σου. Σε αγαπώ ολόκληρο, με το βλέμμα σου, με το χαμόγελό σου, με τις διαθέσεις σου, με την έμφυτη, γενετική, εκ γενετής τεμπελιά σου, με όλη τη σκοτεινή (για σένα, όχι για μένα) αρχή της ψυχής σου: της καλοσύνης σου, της συμπάθειάς σου, της άρνησής σου. Ας μην είναι όλα αυτά ούτε για μένα, ούτε εξαιτίας μου _τι σημασία έχει! Θέλω τόσα πολλά από σένα _που δεν θέλω απλώς τίποτα. (Ας μην αρχίσω καλύτερα!)
Αλλά να ξέρεις, οικοδεσπότη μου της μιας ώρας, ότι ποτέ καμιά δεν σε… (όχι τόσο, μα έτσι. Έτσι ακριβώς, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον δικό μου τρόπο). Κι ότι ακόμα κι αν σ’ αφήσω, ακόμα κι αν σε παραχωρήσω _όπως παραχωρώ τα πάντα στους πάντες, κι αφήνω να με προσπερνά ο καθένας _δεν θα σ’ εγκαταλείψω ποτέ.
Φως της
αυγής. Είμαι ήρεμη σαν νεκρή και μες την απόλυτη αυτή καθαρότητα ουρανού και πνεύματος, σου λέω: «Μαζί σου χρειάζομαι εξίσου το εσωτερικό της καλύβας και το απέραντο της νύχτας. Όλη τη νύχτα έξω κι όλη τη νύχτα μέσα».
Τι αθλιότητα η ζωή στη γη! Τι εγκατάλειψη!
Σφίγγω το χέρι σου στα χείλη μου. Γράψε μου, γράψε μου επιτέλους. Θα κοιμηθώ με το γράμμα σου. Μου χρειάζεται κάτι ζωντανό από σένα.
Ο ουρανός είναι γεμάτος ροζ αχηβάδες. Αν ο ουρανός είναι η ακτή, τι θα’ ναι άραγε η θάλασσα; Είναι η ώρα η πιο μυριστική. Κοιμήσου ειρηνικά. Τα πρώτα βήματα στον δρόμο. Ένας εργάτης περνάει. Και τα πουλιά.

Η αυγή μιας μέρας του Ιουνίου, Σάββατο.


Κυριακή, Νοέμβριος 01, 2009

Ποιητικός (εκπληκτικός) Μπέκετ

Χωρίς
[...]
Καρδιά που χτυπάει μικρό σώμα
μόνο ορθό γκρίζο πρόσωπο χαρακτηρι-
στικά πατηκωμένα δύο ξεπλυμένα γαλα-
νά. Μόνο ορθό μικρό σώμα γκρίζο λείο
καμία προεξοχή ελάχιστες τρύπες.
Πάντα μόνο όνειρο οι μέρες και νύχτες
καμωμένες από όνειρα άλλων νυχτών
καλύτερων ημερών. Θα σαλέψει μες
στην άμμο κάτι θα σαλέψει στον ουρανό
τον αέρα την άμμο. Eνα βήμα στα ερείπια
στην άμμο σερνάμενος με τη ράχη του
στο αχανές θα το κάνει. Πάντα μόνο σιω-
πή τέτοια που στη φαντασία αυτά τα τρελά
γέλια αυτές οι κραυγές.

Αληθινό καταφύγιο επιτέλους σκόρπια
ερείπια ίδιο γκρίζο όπως η άμμος.
Πάντα ήταν μόνο γκρίζος αέρας άχρονος
όλα ασάλευτα καμία πνοή. Aγραφες επιφά-
νειες απόλυτο λευκό ήρεμο μάτι φως του λο-
γικού όλα ξεχασμένα. Πάντα μόνο στο όνειρο
που χάθηκε η ώρα που περνάει ατέλειωτη σύ-
ντομη. Κύβος όλος φως απόλυτο λευκό άγρα-
φες επιφάνειες όλα ξεχασμένα.
[...]

Samuel Beckett

Απόσπασμα από το κείμενο «Χωρίς»,
μτφρ.-σημ.: Παύλος Χριστοδουλίδης, Νεφέλη 1985

πηγή: το "Ποίημα της εβδομάδας", από το ηλεκτρονικό περιοδικό
Poema του Βασίλη Ρούβαλη

Σάββατο, Οκτώβριος 31, 2009

overcrowded


"μα ούτε σ' ένα παραμύθι δε χωράω..."

Τρίτη, Οκτώβριος 27, 2009

Εμμονικές επιστροφές...

Ρενέ Μαγκρίτ, Η Αυτοκρατορία του Φωτός, 1954
(από εδώ)

Εσύ θα διάλεγες τη γαλάζια διαφάνεια του ουρανού
(κάνοντας ίσως παραχώρηση στα σύννεφα),
την απατηλή οικειότητα του τοπίου.
Εμένα θα με μάγευαν οι σκιές του νυχτερινού σπιτιού
πίσω από το απόκοσμο φως του φαναριού
κι ο φευγαλέος αντικατοπτρισμός του στο νερό.

Η συνύπαρξή μας θα ήταν, λοιπόν, ανέφικτη
χωρίς τη μόνη δύναμη που μπορεί να αιχμαλωτίσει
το μυστηριακό σμίξιμο της μέρας με τη νύχτα
σ’ ένα σκηνικό άφατης γαλήνης που μας χωράει και τους δύο.

Ναι, τη δύναμη αυτή κι εγώ την ονομάζω
Ποίηση



(Για τον πίνακα αυτό, ο Μαγκρίτ έχει πει: «Το τοπίο μας κάνει να σκεφτούμε τη νύχτα, ο ουρανός την ημέρα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η ταυτόχρονη παρουσία της μέρας και της νύχτας έχει τη δύναμη να εκπλήσσει και να γοητεύει. Αυτή τη δύναμη την ονομάζω ποίηση».)

Πέμπτη, Οκτώβριος 15, 2009

Blog Action Day 2009 για το Περιβάλλον


Beverly Doolitle, The forest has eyes


Είμαστε κομμάτι της γης κι αυτή πάλι ένα κομμάτι από μας.
.....................................................................................

Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τα ζώα;

Αν εξαφανίζονταν τα ζώα, ο άνθρωπος θα πέθαινε από μεγάλη πνευματική ερημιά.

Ό,τι συμβεί στα ζώα θα συμβεί σύντομα και στον άνθρωπο.
.....................................................................................

Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό: Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανήκει στη γη .
.....................................................................................

Ο καιρός της δικής σας παρακμής είναι ακόμα μακριά, αλλά θα 'ρθει.
Κανείς δεν ξεφεύγει απ' το γραφτό του.

Μολύνετε το κρεβάτι σας και μια νύχτα θα πάθετε ασφυξία από τα ίδια σας τα απορρίμματα.
.....................................................................................

Πού είναι η λόχμη;
ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΗ
Πού είναι ο αετός;
ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ
Αυτό είναι το τέλος της ζωής και η αρχή του θανάτου
.
.....................................................................................

George De Forest Brush, The Picture Writers Story


Μετά από λίγους χειμώνες, μετά από λίγα φεγγάρια, κανένα
παιδί των μεγάλων φυλών δε θα μείνει για να πενθήσει ένα λαό που κάποτε ήταν δυνατός και με πολλές ελπίδες, όπως ο δικός σας σήμερα.
.........................................

Τι να πενθήσω;
Τι να πενθήσω απ' τον αφανισμό του λαού μου;

Οι λαοί αποτελούνται από ανθρώπους και οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν όπως τα κύματα της θάλασσας.



Τα αποσπάσματα πάρθηκαν από την έκδοση της ΚΟΑΝ, Πού είναι ο αετός, 1992, με την ιστορική απάντηση του αρχηγού της φυλής Ντουγάμε Σηάτλ στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Φράνκλιν Πιρς ο οποίος απαίτησε ν΄αγοράσει τη γη τους, το 1855.

Τα δύο τελευταία αποσπάσματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη κι ακόμη πιο τραγική επικαιρότητα, ύστερα από
την είδηση αυτή, που αποκαλύπτει για άλλη μια φορά ότι σκοτώνοντας το περιβάλλον σκοτώνουμε τον άνθρωπο και σκοτώνουμε τον άνθρωπο για να σκοτώσουμε ευκολότερα το περιβάλλον. Την είδηση, εγώ τουλάχιστον, την οφείλω στη φιλέρευνη και ανθρωπιστική πένα της φίλης και συμπλόγκερ Πόλυς Χατζημανωλάκη (ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ)


Οι πίνακες είναι από εδώ


Κυριακή, Σεπτέμβριος 13, 2009

gone with the (autumn) wind

Zhu Daoping, Automn wind blows on the leaves



"αφού δεν είχε νέα ευχάριστα να πει, καλύτερα να μη μας πει κανένα"

επίμονο γκρίζο
μέσα κι έξω απ’ το τζάμι∙
φθινοπωριάζει
♠♠

"αν κάθεσαι μπρος στην οθόνη
του υπολογιστή σου
και την κοιτάζεις με τις ώρες
και γέρνεις σαν καμπούρης
πάνω από τη γραφομηχανή σου,
γυρεύοντας με κόπο
τις λέξεις που δεν έρχονται,
μην το κάνεις"
♠♠♠

(αλλά...)

Ο αγρός φορά μιαν άλικη εσθήτα_
Πιο χαρωπή μαντίλα το σφενδάμι_
Παλιομοδίτισσα λοιπόν για να μην είμαι,
κι εγώ θα βάλω ένα μπιχλιμπιδάκι.
♠♠♠♠



ΚΑΛΟ ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ!


Άγγελος Εξάγγελος, Διονύσης Σαββόπουλος, ελεύθερη απόδοση του Wicked Messanger του Bob Dylan
♠♠ ξεπέτα/"αταξία" για να θυμάμαι τις παλιές καλές εποχές :)
♠♠♠ Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας, από την έκδοση ""Charles Bukowski, να περιφέρεσαι στην τρέλα", εκδόσεις Ηλέκτρα, μτφρ.: Σώτη Τριανταφύλλου, & (.poema..) τ.2, ευγενική χορηγία του ηλεκτρονικού περιοδικού Poema (Το ποίημα της εβδομάδας) στο μέιλ μου.
♠♠♠♠ (No 12), Emily Dickinson

Παρασκευή, Ιούνιος 26, 2009

INTERIORS

Vilhelm Hammershoi, Interior, Strangade 30, (1909)
(από
εδώ)


ΔΥΟ ΣΙΩΠΕΣ

Ι
Απαλά, πουπουλένια σκιρτήματα στον περιστερώνα∙
ένα καπρίτσιο του λαιμού, ένα ανάδεμα των φτερών,
στις φωτεινές γρίλιες που αφήνουν οι σανιδένιοι τοίχοι_
όσο περίτεχνοι, όσο καλά μονταρισμένοι κι αν είναι–
σαν υπόνοια κάγκελων φυλακής∙
σκοποί ζεσταμένοι κι εκτοπισμένοι σαν νερό
που ξεχείλισε απ' το μπάνιο αναζητώντας ένα καλούπι:
ένα νούμερο, με τη ζωηράδα τους καλυμμένη,
με τη λευκότητά τους αντιληπτή παρά το σκοτάδι.

ΙΙ
Τα παιδιά σωπαίνουν έναντι αμοιβής.
Στα σεμνότυφα στόματα, στα ασκητικά βλέμματα,
υπάρχει κάποια μομφή. Ή μήπως εγώ είμαι που,
όταν ένα ένα παρεκτρέπονται
και επιστρέφουν στη φυσική κατάσταση
του θορύβου, θα ‘θελα να αφουγκράζονταν
πιο πολύ τον κόσμο, και να τον αμφισβητούσαν λιγότερο∙ θα ‘θελα
για τον εαυτό μου ένα πρόσχημα για να σωπαίνω,
ή αν μιλώ, να μιλώ καταναγκαστικά;

Φράνσις Λέβιστον


σιωπή (αντιστίξεις ατάκτως ερριμμένες):
χώρος ή κατάσταση;
φυλακή ή ελευθερία;
μομφή ή έπαθλο;
σκοπός ή μέσον;
πλούτος ή ένδεια;
αρετή (“κρείττον το σιγάν”) ή ιδιοτέλεια (“κρύβε λόγια”);
γυαλί που σπάει (διαφάνεια;) ή υγρό που ρέει (αίμα;);
φως ή σκοτάδι;
(και πάντως, και κυρίως) επιλογή ή καταναγκασμός;

εντέλει, “όσα δε φτάν’ η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια” ή “…πηδάει και τα φτάνει”;


TWO SILENCES

Ι
Soft, feathered stirrings in the dovecote;

a quirk of napes, a distinction of quills,/

in the slats of light the clapboard walls-/

no matter how well-made, how dove-tailed_/

admit, their suggestion of prison bars;/

airs warmed and displaced as water/

poured off the bath to discover a form:/

a number given, their quickness covered,/

their whiteness understoοd despite the dark./

II

The kids are doing sponsored silences./i

n the prim mouths, the ascetic looks,/

there is some reproach. Or is it in me,/

when one by one the forget themselves/

and return to the natural condition/

of noise, that I wish they had listened/

more to the world, and questioned less; I wish/

for myself an excuse to be silent,/

or if I speak, to speak from some duress?/

Frances Leviston