Obsessed, bewildered by the shipwreck of the singular, we have chosen the meaning of being numerous (George Oppen)
Δευτέρα, Σεπτεμβρίου 12, 2016
Κυριακή, Αυγούστου 26, 2012
(a surrealistic tiny little story meant to be read by some who know something about its title but nothing about its meaning and by some who know nothing about its title but might know couple of things about its meaning)
One morning, RB woke up calm and with absolutely no desire of an answer, said “What the fuck!” and stepped out of the long-withered poem as if it had never existed at all.
Δευτέρα, Μαρτίου 21, 2011
μια ακόμη "Ημέρα της Ποίησης"...
για ό,τι δεν δοκίμασες ποτέ..."
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΑΓΓΕΛΑΚΗ-ΡΟΥΚ, Μεταφράζοντας σε έρωτα της ζωής το τέλος, εκδ. Καστανιώτης, 2003)
(κι ωστόσο κανείς δεν είναι τόσο ανεξίθρησκος που να αναγνωρίζει αλλότρια ιερά...)
Τρίτη, Δεκεμβρίου 28, 2010
Short dialogues 2
Μερικές φορές βλέπει στον ύπνο της
Πως σηκώνεται, ανοίγει την ντουλάπα
Και κοιτάζει αχόρταγα το καλό της σώμα
Προσεχτικά κρεμασμένο,
Ατσαλάκωτο, λαμπερό, μεταξένιο στο άγγιγμα
Να περιμένει αφόρετο τη νύχτα του χορού
Και σκέφτεται τι κρίμα
Που δεν τόλμησε ποτέ να το βάλει
Κάποιο ανώνυμο σαββατόβραδο
Για την ιεροτελεστία της μιας μπίρας στα όρθια
Στο μισοσκότεινο μπαρ της γωνίας
Réné Magritte, Μνήμη Mack Sennett, 1934
Πέμπτη, Νοεμβρίου 11, 2010
just hello
Μην επιμένετε, κύριε. Δεν σας γνωρίζω.
Δεν έχουμε συναντηθεί ποτέ.
(Δεν σας έχω καν ονειρευτεί _τότε θα σας θυμόμουν με κάθε λεπτομέρεια).
Όχι, όχι, μην επιμένετε. Δικές σας αναμνήσεις είναι, όχι δικές μου,
αυτές οι μεταμεσονύχτιες συζητήσεις που μου περιγράφετε λέξη με λέξη, με την ποίηση που, υποτίθεται, διαχειριζόταν την αμφισημία της επιθυμίας.
Και οι χειροπιαστές αποδείξεις που επικαλείστε,
εκείνο το μεταξωτό φουλάρι που δένατε με ναυτικούς κόμπους, καταχωνιασμένο στην τσέπη του παλιού παλτού μου,
μπορώ να σας το δείξω,
μικρές παιδιάστικες ταχυδακτυλουργίες που δεν ξεγελάνε την ενήλικη μνήμη.
Μην επιμένετε! Δεν ήμουν εγώ (κι ούτε θα ήθελα να είμαι, κύριε,
είναι τρομακτική τόση ακρίβεια στις αναμνήσεις _τόση χειρουργική ακρίβεια: oύτε μια τόση δα ατέλεια στην αποκατάσταση, ούτε μια μικρή ουλή_
υπόμνηση ενός, έστω πολύ μικρού, μαρτυρίου∙ τίποτα που να απωθεί
ή να απωθείται).
Αχ, σταθείτε! Όχι οι περιγραφές σας, αλλά κάτι στον τόνο της φωνής σας…
αυτή η συγκράτηση της κλίμακας, αυτό το χαμόγελο
(καλλιγραφημένο ακόμα και τώρα που σίγουρα νιώθετε πληγωμένος ),
ξυπνάνε κάτι απροσδιόριστα οικείο, όχι στο μυαλό μου, αλλά στα χέρια μου…
…ναι, ναι, τα χέρια μου θυμούνται τώρα (θαμπά, ωστόσο) τη σαρκοβόρα πείνα τους/
για τα πυκνά ξανθά μαλλιά σας!
(Τι εννοείτε _είστε μελαχρινός κι είχατε πάντα λιγοστά μαλλιά,
τι εννοείτε _τώρα καταλαβαίνετε, χάρη στην τερατώδη λήθη μου,
ότι δεν σας αγάπησα ποτέ; )
Αυτό καταλαβαίνετε;
Όχι ότι η εξάλειψη της μορφής σας από τη μνήμη μου
είναι η δική μου χειροπιαστή απόδειξη ότι σας είχα απόλυτα,
ανεξίτηλα αγαπήσει;
Τρίτη, Απριλίου 13, 2010
Glowing is her Bonnet...
Πρώτα, η τούλινη πελερίνα της,
που βγήκε εύκολα απ’ τους ώμους της κι αφέθηκε
στην πλάτη της ξύλινης καρέκλας.
Και το μπονέ της,
που ο φιόγκος του λύθηκε μ’ ένα ελαφρό τράβηγμα.
Ύστερα, το μακρύ λευκό φόρεμα, πιο
περίπλοκη υπόθεση με τα φιλντισένια
κουμπιά κατά μήκος της πλάτης,
τόσο μικροσκοπικά και πολυάριθμα που περνάει μια ζωή
μέχρι να καταφέρουν τα χέρια μου να το ανοίξουν,
σαν τον κολυμβητή που σχίζει το νερό,
και να γλιστρήσουν μέσα.
Θα θέλετε να ξέρετε
ότι εκείνη στεκόταν
δίπλα στο ανοιχτό παράθυρο της επάνω κρεβατοκάμαρας,
ακίνητη, με κάπως γουρλωμένα μάτια,
κοιτώντας κάτω προς τον κήπο,
με το λευκό φόρεμα στα πόδια της σα λιμνούλα
στο δρύινο πάτωμα με τις φαρδιές σανίδες.
Την πολυπλοκότητα των γυναικείων εσωρούχων
στην Αμερική του δέκατου ένατου αιώνα
δεν πρέπει να την προσπερνάς∙
κι εγώ προχωρούσα σαν εξερευνητής των πόλων
ανάμεσα σε καρφίτσες, αγκράφες και πόρπες,
δεσίματα, τιράντες και κορσέδες με μπανέλες,
αρμενίζοντας προς το παγόβουνο της γύμνιας της.
This is my letter to the World by Emily Dickinson
Αργότερα, έγραψα σ’ ένα τετράδιο
πως ήταν σαν να ίππευα έναν κύκνο μες στη νύχτα,
αλλά, βεβαίως, δεν μπορώ να σας τα πω όλα_
με ποιον τρόπο πήρε τα μάτια απ’ τον κήπο,
πώς ξεχύθηκαν τα μαλλιά της ελεύθερα απ’ τα τσιμπιδάκια,
ότι υπήρχαν ξαφνικές παύλες
όσες φορές μιλούσαμε.
Αυτό που μπορώ να σας πω είναι
πως είχε φοβερή ησυχία στο Άμχερστ
εκείνο το απόγεμα του Σαββάτου,
μονάχα μια άμαξα περνούσε έξω απ’ το σπίτι
και μια μύγα βούιζε στο τζάμι.
Έτσι την άκουσα ολοκάθαρα ν’ ανασαίνει
όταν ξεκούμπωσα και την τελευταία
κόπιτσα του κορσέ της,
την άκουσα και ν’ αναστενάζει όταν τελικά τον ξέσφιξα,
όπως αναστενάζουν κάποιοι αναγνώστες όταν αντιλαμβάνονται
ότι η Ελπίδα έχει φτερά,
η Λογική είναι μια σανίδα,
η Ζωή είναι ένα γεμάτο όπλο
που σε κοιτάζει κατάφατσα μ' ένα κίτρινο μάτι.
Μπίλυ Κόλινς
Taking off Emily Dickinson's clothes by Billy Collins
Hope is the thing with feathers by Emily Dickinson
I felt a Funeral, in my Brain by Emily Dickinson
My Life had stood--a Loaded Gun-- by Emily Dickinson
Glowing is her Bonnet by Emily Dickinson
Παρασκευή, Μαρτίου 05, 2010
the iambic bongos must be played
Δεκατέσσερις στίχοι, ένα βήμα
και μένουν δεκατρείς, δώδεκα ήδη,
να ξεκινήσει η καρδιά μακρύ ταξίδι
σαν καραβάκι έρμαιο στο κύμα.
Μέχρι στιγμής όλα σού πάνε πρίμα∙
το ποίημα τώρα μοιάζει με παιχνίδι,
εκτός αν ο όγδοος στίχος δεν ενδίδει
στο μέτρο του σονέτου και στη ρίμα.
Το ξέρεις, όμως, πως η λύση υπάρχει,
θα βρουν λιμάνι ο πόθος και το δάκρυ
όταν το τελικό τρίστιχο φτάσει
κι η Λάουρα καλέσει τον Πετράρχη
την πένα του ν’ αφήσει σε μιαν άκρη
και πλάι της επιτέλους να πλαγιάσει.
Μπίλι Κόλινς
Claudio Monteverdi, "Zefiro Torna, Book VI of Madrigali
Sonnet
All we need is fourteen lines, well, thirteen now,
and after this one just a dozen
to launch a little ship on love’s storm-tossed seas,
then only ten more left like rows of beans.
How easily it goes unless you get Elizabethan
and insist the iambic bongos must be played
and rhymes positioned at the end of lines,
one for every station of the cross.
But hand on here while we make the turn
into the final six where all be resolved,
where longing and heartache will find an end,
where Laura will tell Petrarch to put down his pen,
take off those crazy medieval tights,
blow out the lights, and come at last to bed.
Billy Collins
(from Sailing Around the Room: New and Selected Poems)
O Μπίλι Κόλινς παρωδεί προσφυώς τη φόρμα του σονέτου κι εγώ παρωδώ εξ ανάγκης την παρωδία, προσπαθώντας να ασκηθώ στη φόρμα του σονέτου. (Αν τουλάχιστον είχει χωρέσει και εκείνο το "take off those crazy medieval tights" στον στίχο μου, θα ήμουν κάπως πιο κοντά ακόμη στο υποδόρειο αλλά λυτρωτικό χιούμορ που χαρακτηρίζει την ποίησή του.)
Μια ανάγνωση του Σονέτου από τον ίδιο τον Κόλινς και κάποια στοιχεία για το έργο του εδώ
Τρίτη, Φεβρουαρίου 09, 2010
ίσως μας χρειάζεται ένας Μέντελσον...
Πέμπτη, Ιανουαρίου 07, 2010
τίνος Γενάρη;
A οι νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
που κάθομαι και ξαναπλάττω με τον νου
εκείνες τες στιγμές και σ’ ανταμώνω,
κι ακούω τα λόγια μας τα τελευταία κι ακούω τα πρώτα.
Aπελπισμένες νύχτες του Γενάρη αυτουνού,
σαν φεύγ’ η οπτασία και μ’ αφήνει μόνο.
Πώς φεύγει και διαλύεται βιαστική —
πάνε τα δένδρα, πάνε οι δρόμοι, πάν’ τα σπίτια, πάν’ τα φώτα·
σβήνει και χάνετ’ η μορφή σου η ερωτική.
Κ.Π. ΚΑΒΑΦΗΣ
(Από τα Κρυμμένα Ποιήματα 1877;-1923, Ίκαρος 1993)
από τον επίσημο διαδικτυακό τόπο του αρχείου Καβάφη,http://www.kavafis.gr/poems/content.asp?id=251&cat=4
http://www.youtube.com/watch?v=q_ZTKX4owbo
καιρό έψαχνα μιαν αφορμή να "παίξω" το αγαπημένο τραγούδι, πέρα από την απλή ημερολογιακή σύμπτωση με έναν μήνα που λίγο μοιάζει με Γενάρη κι ακόμη λιγότερο με απελπισμένο, μέσα στην απάθειά του...
...τελικά δε βρήκα τέτοια αφορμή, αλλά φαίνεται ότι δημιούργησα μια άλλη _ για να 'ρθουν πιο κοντά κάποια νησιά μέσα στον ωκεανό του Χρόνου...
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 03, 2009
a poem of a week
Η καλοσύνη ενός ανθρώπου μετριέται
από τα λόγια που λέει σ’ ένα σκυλί
όταν αναγκάζεται να σηκωθεί απ’ το κρεβάτι
καταμεσής μιας χειμωνιάτικης νύχτας
γιατί κάποιο βρομόσκυλο γαβγίζει συνεχώς∙
και πάει ν’ ανοίξει την πόρτα
με τη φανέλα και το σώβρακο
κι εκεί στη χιλιοσκαμμένη αλάνα
που την αποκαλούν μπροστινό γήπεδο
βρίσκει τον κόπρο με την πατούσα
σηκωμένη όλο προσδοκία
και με μια έκφραση που λέει Δόξα τω Θεώ
για μια στιγμή νόμισα
πως μόνο εγώ ήμουν ξύπνιος
σ’ αυτή τη γαμημένη πόλη
Πατ Μπόραν
από εδώ
A MAN IS ONLY AS GOOD... (2007, το πρωτότυπο και απαγγελία από τον Pat Boran)
(έφτασε στο μέιλ μου ως poem of the week από τo poetry international web και κάτι μου 'καναν αυτοί οι απλοί στίχοι που (για μένα) λένε πολλά χωρίς να εκβιάζουν συγκίνηση∙ στην απόδοση του τίτλου και του πρώτου στίχου ίσως αυθαιρετώ προς το ηθικο-μελό, αλλά έτσι μου βγήκε φραστικά...)
Παρασκευή, Νοεμβρίου 06, 2009
Μαρίνα
(αποσπάσματα από το ΤΡΙΤΟ ΓΡΑΜΜΑ)
[…]
Η αιωνιότητά μας είναι αιωνιότητα της μιας ώρας, που κοντεύει να περάσει. Και δεν θέλω από σας παρά τούτο το μόνο πράγμα: την άδειά σας να σας αγαπώ, τίποτε άλλο εκτός από αυτές τις φτωχές λέξεις: «Αγάπα με όπως επιθυμείς _κι όπως δεν επιθυμείς: με όλη εσένα».
Δε μιλώ για τη ζωή. Δε μιλώ για τις ώρες που περνούν. Ξέρω ότι όλες οι ζωές και όλες οι ώρες είναι πιασμένες και είμαι η τελευταία που θα ‘θελε να καταπατήσει τα δικαιώματα των ιδιοκτητών (δικαιώματα και ιδιοκτήτες, δύο πράγματα που περιφρονώ εξίσου). Η αγάπη μου δεν αντιστοιχεί σε κανέναν χρόνο, σε κανένα τόπο.
[…]
Ποιος χρόνος κατάφερε να κρατήσει μέσα του τον έρωτα, αφού ξεχειλίζει κατά κύματα από την ψυχή την ίδια (σε αγαπώ τόσο που δεν αντέχω! _ Πού; _ Μέσα στο σώμα μου!), αφού η πρώτη του λέξη είναι «πάντα» και η τελευταία «ποτέ». Τα μεσάνυχτα δεν του ταιριάζουν περισσότερο απ’ ό,τι το μεσημέρι, όλα αυτά είναι ερωτικά κλισέ _τόσο φθαρμένα από τη χρήση! Εκείνο που κρατάει ο χρόνος νομίζοντας πως κρατά τον έρωτα είναι κάτι άλλο. Είναι η παραίτηση απ’ αυτόν.
[…]
Ο ουρανός είναι ολοκάθαρος. Αριστερά, πάνω από το νέο καμπαναριό, η αυγή. Είναι αθώο και αιώνιο. Σε αγαπώ όπως θα μπορούσα να έχω αγαπήσει τον γιο σου, που θα έπρεπε εσύ να είσαι.
Μη νομίζεις ότι περιφρονώ την απλή, γήινη ύπαρξή σου. Σε αγαπώ ολόκληρο, με το βλέμμα σου, με το χαμόγελό σου, με τις διαθέσεις σου, με την έμφυτη, γενετική, εκ γενετής τεμπελιά σου, με όλη τη σκοτεινή (για σένα, όχι για μένα) αρχή της ψυχής σου: της καλοσύνης σου, της συμπάθειάς σου, της άρνησής σου. Ας μην είναι όλα αυτά ούτε για μένα, ούτε εξαιτίας μου _τι σημασία έχει! Θέλω τόσα πολλά από σένα _που δεν θέλω απλώς τίποτα. (Ας μην αρχίσω καλύτερα!)
Αλλά να ξέρεις, οικοδεσπότη μου της μιας ώρας, ότι ποτέ καμιά δεν σε… (όχι τόσο, μα έτσι. Έτσι ακριβώς, με τον ίδιο ακριβώς τρόπο, με τον δικό μου τρόπο). Κι ότι ακόμα κι αν σ’ αφήσω, ακόμα κι αν σε παραχωρήσω _όπως παραχωρώ τα πάντα στους πάντες, κι αφήνω να με προσπερνά ο καθένας _δεν θα σ’ εγκαταλείψω ποτέ.
Φως της αυγής. Είμαι ήρεμη σαν νεκρή και μες την απόλυτη αυτή καθαρότητα ουρανού και πνεύματος, σου λέω: «Μαζί σου χρειάζομαι εξίσου το εσωτερικό της καλύβας και το απέραντο της νύχτας. Όλη τη νύχτα έξω κι όλη τη νύχτα μέσα».
Τι αθλιότητα η ζωή στη γη! Τι εγκατάλειψη!
Σφίγγω το χέρι σου στα χείλη μου. Γράψε μου, γράψε μου επιτέλους. Θα κοιμηθώ με το γράμμα σου. Μου χρειάζεται κάτι ζωντανό από σένα.
Ο ουρανός είναι γεμάτος ροζ αχηβάδες. Αν ο ουρανός είναι η ακτή, τι θα’ ναι άραγε η θάλασσα; Είναι η ώρα η πιο μυριστική. Κοιμήσου ειρηνικά. Τα πρώτα βήματα στον δρόμο. Ένας εργάτης περνάει. Και τα πουλιά.
Η αυγή μιας μέρας του Ιουνίου, Σάββατο.
Κυριακή, Νοεμβρίου 01, 2009
Ποιητικός (εκπληκτικός) Μπέκετ
[...]
Καρδιά που χτυπάει μικρό σώμα
μόνο ορθό γκρίζο πρόσωπο χαρακτηρι-
στικά πατηκωμένα δύο ξεπλυμένα γαλα-
νά. Μόνο ορθό μικρό σώμα γκρίζο λείο
καμία προεξοχή ελάχιστες τρύπες.
Πάντα μόνο όνειρο οι μέρες και νύχτες
καμωμένες από όνειρα άλλων νυχτών
καλύτερων ημερών. Θα σαλέψει μες
στην άμμο κάτι θα σαλέψει στον ουρανό
τον αέρα την άμμο. Eνα βήμα στα ερείπια
στην άμμο σερνάμενος με τη ράχη του
στο αχανές θα το κάνει. Πάντα μόνο σιω-
πή τέτοια που στη φαντασία αυτά τα τρελά
γέλια αυτές οι κραυγές.
Αληθινό καταφύγιο επιτέλους σκόρπια
ερείπια ίδιο γκρίζο όπως η άμμος.
Πάντα ήταν μόνο γκρίζος αέρας άχρονος
όλα ασάλευτα καμία πνοή. Aγραφες επιφά-
νειες απόλυτο λευκό ήρεμο μάτι φως του λο-
γικού όλα ξεχασμένα. Πάντα μόνο στο όνειρο
που χάθηκε η ώρα που περνάει ατέλειωτη σύ-
ντομη. Κύβος όλος φως απόλυτο λευκό άγρα-
φες επιφάνειες όλα ξεχασμένα.
[...]
Samuel Beckett
Απόσπασμα από το κείμενο «Χωρίς»,
μτφρ.-σημ.: Παύλος Χριστοδουλίδης, Νεφέλη 1985
πηγή: το "Ποίημα της εβδομάδας", από το ηλεκτρονικό περιοδικό Poema του Βασίλη Ρούβαλη
Σάββατο, Οκτωβρίου 31, 2009
Τρίτη, Οκτωβρίου 27, 2009
Short dialogues 1
την απατηλή οικειότητα του τοπίου.
Εμένα θα με κέρδιζαν οι σκιές του νυχτερινού σπιτιού
πίσω από το απόκοσμο φως του φαναριού
κι ο φευγαλέος αντικατοπτρισμός του στο νερό.
Η συνύπαρξή μας θα ήταν, λοιπόν, ανέφικτη
χωρίς τη μόνη δύναμη που μπορεί να αιχμαλωτίσει
το μυστηριακό σμίξιμο της μέρας με τη νύχτα
σ’ ένα σκηνικό σαγήνης που μας χωράει και τους δύο.
Ναι, τη δύναμη αυτή κι εγώ την ονομάζω
Ποίηση
(Για τον πίνακα αυτό, ο Μαγκρίτ έχει πει: «Το τοπίο μας κάνει να σκεφτούμε τη νύχτα, ο ουρανός την ημέρα. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η ταυτόχρονη παρουσία της μέρας και της νύχτας έχει τη δύναμη να εκπλήσσει και να γοητεύει. Αυτή τη δύναμη την ονομάζω ποίηση».)
Πέμπτη, Οκτωβρίου 15, 2009
Blog Action Day 2009 για το Περιβάλλον
.....................................................................................
Τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τα ζώα;
Αν εξαφανίζονταν τα ζώα, ο άνθρωπος θα πέθαινε από μεγάλη πνευματική ερημιά.
Ό,τι συμβεί στα ζώα θα συμβεί σύντομα και στον άνθρωπο.
.....................................................................................
Ξέρουμε τουλάχιστον αυτό: Η γη δεν ανήκει στον άνθρωπο. Ο άνθρωπος ανήκει στη γη .
.....................................................................................
Ο καιρός της δικής σας παρακμής είναι ακόμα μακριά, αλλά θα 'ρθει.
Κανείς δεν ξεφεύγει απ' το γραφτό του.
Μολύνετε το κρεβάτι σας και μια νύχτα θα πάθετε ασφυξία από τα ίδια σας τα απορρίμματα.
.....................................................................................
Πού είναι η λόχμη;
ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΗ
Πού είναι ο αετός;
ΕΞΑΦΑΝΙΣΜΕΝΟΣ
Αυτό είναι το τέλος της ζωής και η αρχή του θανάτου.
.....................................................................................
George De Forest Brush, The Picture Writers StoryΜετά από λίγους χειμώνες, μετά από λίγα φεγγάρια, κανένα
παιδί των μεγάλων φυλών δε θα μείνει για να πενθήσει ένα λαό που κάποτε ήταν δυνατός και με πολλές ελπίδες, όπως ο δικός σας σήμερα.
.........................................
Τι να πενθήσω;
Τι να πενθήσω απ' τον αφανισμό του λαού μου;
Οι λαοί αποτελούνται από ανθρώπους και οι άνθρωποι έρχονται και φεύγουν όπως τα κύματα της θάλασσας.
Τα αποσπάσματα πάρθηκαν από την έκδοση της ΚΟΑΝ, Πού είναι ο αετός, 1992, με την ιστορική απάντηση του αρχηγού της φυλής Ντουγάμε Σηάτλ στον πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών Φράνκλιν Πιρς ο οποίος απαίτησε ν΄αγοράσει τη γη τους, το 1855.
Τα δύο τελευταία αποσπάσματα αποκτούν ακόμη μεγαλύτερη κι ακόμη πιο τραγική επικαιρότητα, ύστερα από την είδηση αυτή, που αποκαλύπτει για άλλη μια φορά ότι σκοτώνοντας το περιβάλλον σκοτώνουμε τον άνθρωπο και σκοτώνουμε τον άνθρωπο για να σκοτώσουμε ευκολότερα το περιβάλλον. Την είδηση, εγώ τουλάχιστον, την οφείλω στη φιλέρευνη και ανθρωπιστική πένα της φίλης και συμπλόγκερ Πόλυς Χατζημανωλάκη (ΠΙΝΑΚΙΔΕΣ ΑΠΟ ΚΕΡΙ)
Κυριακή, Σεπτεμβρίου 13, 2009
gone with the (autumn) wind
Zhu Daoping, Automn wind blows on the leavesμέσα κι έξω απ’ το τζάμι∙
φθινοπωριάζει ♠♠
του υπολογιστή σου
και την κοιτάζεις με τις ώρες
και γέρνεις σαν καμπούρης
πάνω από τη γραφομηχανή σου,
γυρεύοντας με κόπο
τις λέξεις που δεν έρχονται,
μην το κάνεις"♠♠♠
Πιο χαρωπή μαντίλα το σφενδάμι_
Παλιομοδίτισσα λοιπόν για να μην είμαι,
κι εγώ θα βάλω ένα μπιχλιμπιδάκι. ♠♠♠♠
♠♠♠ Τσαρλς Μπουκόφσκι, Ώστε θέλεις να γίνεις συγγραφέας, από την έκδοση ""Charles Bukowski, να περιφέρεσαι στην τρέλα", εκδόσεις Ηλέκτρα, μτφρ.: Σώτη Τριανταφύλλου, & (.poema..) τ.2, ευγενική χορηγία του ηλεκτρονικού περιοδικού Poema (Το ποίημα της εβδομάδας) στο μέιλ μου.
♠♠♠♠ (No 12), Emily Dickinson
Παρασκευή, Ιουνίου 26, 2009
INTERIORS
Vilhelm Hammershoi, Interior, Strangade 30, (1909)(από εδώ)
ΔΥΟ ΣΙΩΠΕΣ
Ι
Απαλά, πουπουλένια σκιρτήματα στον περιστερώνα∙
ένα στρίψιμο του λαιμού, ένα ανάδεμα των φτερών,
στις φωτεινές γρίλιες που αφήνουν οι σανιδένιοι τοίχοι_
όσο περίτεχνοι, όσο καλά μονταρισμένοι κι αν είναι–
σαν υπόνοια κάγκελων φυλακής∙
σκοποί ζεσταμένοι κι εκτοπισμένοι σαν νερό
που ξεχείλισε απ' το μπάνιο αναζητώντας ένα καλούπι:
μια μικρή παράσταση, με τη ζωηράδα τους συγκαλυμμένη,
με τη λευκότητά τους αντιληπτή παρά το σκοτάδι.
ΙΙ
Τα παιδιά σωπαίνουν με το αζημίωτο
Στα σεμνότυφα στόματα, στα ασκητικά βλέμματα,
υπάρχει κάποια μομφή. Ή μήπως εγώ είμαι που,
όταν ένα ένα παρεκτρέπονται
και επιστρέφουν στη φυσική κατάσταση
του θορύβου, θα ‘θελα να αφουγκράζονταν
πιο πολύ τον κόσμο, και να τον αμφισβητούσαν λιγότερο∙ θα ‘θελα
για τον εαυτό μου ένα πρόσχημα για να σωπαίνω,
ή αν μιλώ, να μιλώ καταναγκαστικά;
Φράνσις Λέβιστον
σιωπή (αντιστίξεις ατάκτως ερριμμένες):
χώρος ή κατάσταση;
φυλακή ή ελευθερία;
μομφή ή έπαθλο;
σκοπός ή μέσον;
πλούτος ή ένδεια;
αρετή (“κρείττον το σιγάν”) ή ιδιοτέλεια (“κρύβε λόγια”);
γυαλί που σπάει (διαφάνεια;) ή υγρό που ρέει (αίμα;);
φως ή σκοτάδι;
(και πάντως, και κυρίως) επιλογή ή καταναγκασμός;
εντέλει, “όσα δε φτάν’ η αλεπού τα κάνει κρεμαστάρια” ή “…πηδάει και τα φτάνει”;
TWO SILENCES
Ι
Soft, feathered stirrings in the dovecote;
a quirk of napes, a distinction of quills,/
in the slats of light the clapboard walls-/
no matter how well-made, how dove-tailed_/
admit, their suggestion of prison bars;/
airs warmed and displaced as water/
poured off the bath to discover a form:/
a number given, their quickness covered,/
their whiteness understoοd despite the dark./
II
The kids are doing sponsored silences./i
n the prim mouths, the ascetic looks,/
there is some reproach. Or is it in me,/
when one by one the forget themselves/
and return to the natural condition/
of noise, that I wish they had listened/
more to the world, and questioned less; I wish/
for myself an excuse to be silent,/
or if I speak, to speak from some duress?/
Frances Leviston
Πέμπτη, Ιουνίου 04, 2009
Καλό καλοκαίρι!

Ο άνεμος είναι μόνος.
Δεν μπορεί να έχει υπόσταση
στη θάλασσα, δεν μπορεί να επιβεβαιώσει την ύπαρξή του
όμως χιμάει παντού
μέχρι να συναντήσει μάρτυρες.
Οι πεζούλες του νησιού,
ο πάσσαλος ενός φράχτη για να τριφτεί ,
ελιές, τράγοι,
κι οι κάτοικοι του τόπου
τον κόβουν. Τώρα
φτάνει συνεχώς.
Αποκαμωμένος μερικές φορές
ξεθυμαίνει σε μουρμουρητό,
μεταφέροντας τη σκόνη από φύλλο σε φύλλο,
μετά δυναμώνει τη νύχτα,
από φόβο πως δεν μπορεί να δει ούτε τον εαυτό του
ούτε τίποτε άλλο, από φόβο
πως ο κόσμος
χάθηκε για πάντα.
Υπάρχει μια αίσθηση παιδικότητας
στη συνεχή παρουσία του,
στο πώς ακολουθεί και ουρλιάζει,
πώς διακόπτει
τις προσωπικές στιγμές σου
κυριεύοντάς τες στην παραλία το σούρουπο.
Θα ‘θελες να υπήρχε κάποιος θεός
για να του ζητήσεις να τον κατευνάσει,
κάποια τελετή,
κάποια τελετουργική θυσία
να ησυχάσει το μουγκρητό του και να τον αποκοιμίσει
μ΄ένα νανούρισμα,
αλλά δεν σου ‘χει μείνει τίποτα
να πιστεύεις_
μόνο ο άνεμος
που πλημμυρίζει τους τρούλους στα ξωκλήσια
και τ’ αφτιά των γαϊδουριών
σβήνοντας τελικά
στον λαβύρινθο των πνευμόνων σου.
Φράνσις Λέβιστον
Δεν μπορώ να πω με σιγουριά αν πρόκειται για τις καλοκαιρινές εντυπώσεις μιας νεαρής κοπέλας, τουρίστριας ή ταξιδεύτριας, ή για την καλυμμένη υπαρξιακή αγωνία του άφυλου και διαχρονικού συμπαντικού όντος που είναι ο ποιητής, ο οποίος αναζητάει παντού μάρτυρες για να επιβεβαιωσει την ύπαρξή του _και τη δική τους, δηλαδή του Κόσμου.
Καλό καλοκαίρι!
(η φωτογραφία είναι από τον ιστότοπο της Κοινότητας Φολεγάνδρου )
FOLEGANDROS
The wind is lonely.
It cannot be real
at sea, ti cannot conform itself
but rushes about
until it encounters witnesses.
The island’s tiers,
a fence post to rub against,
olive trees, billy goats,
and human habitants
break it. Now
it is always arriving.
Tired at times
it falls to a murmur,/
moving the dust from leaf to leaf,
then rises at night,/
afraid it cannot see itself
or anything else, afraid
the world has vanished forever.
There is a childish
feel to its always being there,
how it follows and whines,
how it interrupts
your private moments
taken on the beach at dusk.
You wish for a god
you could ask to appease it,
some rite,/
some ritual sacrifice
to quiet its roarings and lull
it to sleep,
but there is nothing
left you believe in_
only the wind
filling the domes of summit churches
and donkeys’ ears,
dying at last
in the maze of your lungs.
Frances Leviston, Public Dream, "Folegandros"
Μουσικές
...καμιά καλή ιδέα για μουσική επένδυση;
κάτι λιτό και δωρικό σαν τις πεζούλες των κυκλαδονησιών∙αλλά και πανηγυρικό και βίαιο, σαν τις πολεμικές σάλπιγγες που φυσάει ο άνεμος ηγούμενος του στόλου των κυμάτων όταν καταναυμαχεί φθονερά την υποτιθέμενη συντροφικότητα των ανθρώπινων όντων∙ και άγριο και σπαραχτικό σαν το ουρλιαχτό του όταν παλεύει με την αρχέγονη μοναξιά του∙ που να καταλαγιάζει τελικά σε παιδικό παράπονο λίγο πριν από τον ύπνο που, όπως όλα τα στοιχεία της φύσης, αντιμάχεται και λαχταράει (κάτι σαν τις Εβρίδες του Μέντελσον, δηλαδή);
-ή κάποιο μοναχικό τραγούδι με έναν αυλό του Πανός σαν του Ζαμφίρ, ένα κλαρίνο σαν του Σαλέα, ένα σαξόφωνο σαν του Ίαν Γκαρμπάρεκ;
-ένα ιαματικό αν και άσχετο με το ποίημα"μελουδάκι", όπως το Summer Wind με τη φωνή της Μαντλέν Πεϊρού, γιατί είναι καλοκαίρι και η ζωή πρέπει να είναι εύκολη και χαλαρή με κάθε κόστος;
-το επίσης άσχετο αλλά νοσταλγικό Dust in the Wind των Κansas, καθόσον το ποίημα ψυχογραφεί μεν τον άνεμο, ωστόσο μας υπενθυμίζει, παρενθετικά, ότι είμαστε μόνο η σκόνη του Άνεμου-Χρόνου που μας μεταφέρει ήσυχα αλλά αναπόδραστα από φύλλο σε φύλλο _απο καλοκαίρι σε καλοκαίρι_ και ακριβώς αυτό το αναπόδραστο είναι ό,τι έχουμε και δεν έχουμε να πιστεύουμε ; -
ή σιωπή, εκκωφαντική σιωπή, σαν τη νηνεμία του λυκαυγούς ψηλά στο Κάστρο της Χώρας, στη Φολέγανδρο εκείνου του καλοκαιριού;
καλόδεχτη μια μουσική ιδέα, αντί σχολίου _και αντί καλοκαιρνού χαιρετισμού...................................................................
κάποια... κρυπτοεφηβική ψυχή άκουσε έτσι έτσι την "τρυφερή και επιθετική" μουσική του ανέμου. :)
Παρασκευή, Μαΐου 15, 2009
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί;
Τείχος ψηλό.
Βαδίζουμε εμείς από τη μια κι ο χρόνος απ' την άλλη.
Φορές φορές σμίγουμε τις ρώγες των δαχτύλων _
ποτέ τα βλέμματα.
Παλιό το τείχος.
Ανάμεσα στις πέτρες
σφυρίζει ο καιρός
και ξεπετιέται σε μικρές αστραποβόλες λάμψεις.
Το κοίταγμά του
το κρατάς σφιχτά στα δόντια,
σαν πεθαμένος,
και πορεύεσαι
στη συνωμοτική σιωπή σου.
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί;
Η ποίηση κλεφτή ματιά πάνω απ' το τείχος.
ΓΙΑΝΝΗΣ ΕΥΘΥΜΙΑΔΗΣ, καινός διαιρέτης, Εκδόσεις Νεφέλη, 2007
Robert Motherwell, The Poet's eye, 1989-90(από εδώ)
[Ωστόσο, διαπράττω ασυγχώρητο ατόπημα: ο Καινός Διαιρέτης διαιρεί, αλλά δεν... διαιρείται. Δεν διαβάζεται αποσπασματικά. Είναι η μακριά πορεία (ή μάλλον, για να είμαστε στο πνεύμα των ημερών, η χαρτογράφηση μιας πορείας) που πρέπει να βιωθεί βήμα βήμα, μυητικά (Ισμηνός - Σκάμανδρος - Ιορδάνης), για να οδηγήσει, τελικά, στον τόπο πριν απ' τον παράδεισο _ εγώ θα 'λεγα στον παράδεισο τον ίδιο: την επικράτεια της Ποίησης.]
Λίγοι στίχοι την ημέρα
κάθεμέραλεπτήσυρτήγραμμή
σωρόςανεβαίνεισωρόςαδειάζ
ειεπανάληψηστηνκίνησηκαν
ονικότηταστηζωήβγεςαπτοπ
οίημακαιδεςτηνατέρμονηπαν
ομοιότητατοποίημαανατρέπ
ειτηδιαίρεσηκαινόςδιαιρέτης
ηποίηση.
καινός διαιρέτης,"ΚΑΙΝΟΣ ΔΙΑΙΡΕΤΗΣ" (επίλογος)
Μουσικές
Arvo Prät, Tabula Rasa
-------------------------------------------------------------
ΤΕΤΑΡΤΗ 26 ΜΑΊΟΥ 2009
Είναι μάλλον αστείο που αναγκάζομαι να το κάνω αυτό σε μια τέτοια ανάρτηση και αυτή την περίοδο. Είναι πολύ αστείο: αυτό το ήσυχο, μάλλον μονόχνωτο και ελάχιστα εξωστρεφές ιστολόγιο έπεσε θύμα φτηνού χακερισμού και δέχτηκε ένα απρεπές σχόλιο (εικαστικά και πιθανόν και λεκτικά _δεν ορκίζομαι γιατί δεν ξέρω κινέζικα), που επιπροσθέτως, για κάποιο λόγο, δεν μπορώ να το εξαλείψω. Αν ήταν μόνο για μένα δεν θ' αξιζε τόση φασαρία και θα έκανα απλώς την... Κινέζα∙ αλλά δεν ανέχομαι να υπάρχει κάτι που κάποιος ενδέχεται να εύρισκε προσβλητικό σε σχέση με τους συν-ιστολόγους που εμπλέκονται σε αυτή την ανάρτηση. Επειδή δεν θέλω, ωστόσο, να υποστούν κι εκείνοι τα επίχειρα αυτής της ανοησίας, σκέφτηκα να κλείσω μεν τα σχόλια της συγκεκριμένης ανάρτησης, μεταφέροντάς τα δε στο ίδιο το "σώμα" της, για να μη χαθούν _μαζί με τη δική μου εξήγηση, σχόλιο και αυτή, για τους λόγους που δεν είχα μέχρι εκείνη τη στιγμή απαντήσει σε καθέναν χωριστά. Οι λόγοι εξακολουθούν να ισχύουν, γι 'αυτό δεν ανεβάζω ακόμη καινούργια ανάρτηση. Το μέιλ μου και οι προηγούμενες αναρτήσεις είναι στη διάθεση των φίλων μου -και των "Κινέζων" αναγκαστικά, που δυστυχώς δεν έχω άλλο τρόπο να τους κάνω να... βρουν (στην προκειμένη περίπτωση να χάσουν) τον Mπελά τους! :) :) :)
Ο/Η dodo είπε...
Ευχαριστώ γιά την κλεφτή ματιά στον "Καινό Διαιρέτη".
Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 10:23:00 πμ
Ο/Η substratum είπε...
Καλημέρα
Υπάρχει αυτό και έπειτα εμείς
κι έπειτα εσύ.
Ίσως και μια απόκριση προς εαυτόν: εσύ/εγώ.
Ηχητικά σιωπή (σιωπή σου) αλλά και η σιωπή ακόμη πιο έντονη μέσα από το σφύριγμα του καιρού
και η όραση για αστραποβόλες λάμψεις ή για κλεφτή ματιά πάνω από το τείχος
Από πάνω μας κοιτά η ποίηση
εμάς το τείχος τη σιωπή
εμάς τον καιρό τις λάμψεις μες στις πέτρες
Αλλά η ποίηση δεν έρχεται από ψηλά
ή καλύτερα η ποίηση κοιτάζει - στα κλεφτά - το τείχος που μας κοιτάζει
Η ποίηση και μεις μπροστά στο τείχος
μπροστά στο χρόνο
μπροστά στη σιωπή
Μονάχα η πορεία
εκεί στο όριο του τείχους
παρά το τείχος πορεία
ίσως και γύρω - γύρω από το όριο.
Και η συνωμοσία; Και ποια σιωπή συνωμοτεί; Η δική σου/μου σιωπή, η σιωπή του τείχους, η σιωπή της ποίησης που βλέπει;
Κι αυτό το βλέμμα, το κοίταγμα που το κρατάς σαν οβολό σφιχτά στα δόντια, για το πέρασμα...
Ποιος είναι έτοιμος να κοιταχτεί; ΄Ετοιμος; Σαν πεθαμένος;
Τι αίνιγμα!
Αδύνατον να το λύσω
΄Ισως γιατί δεν είμαι έτοιμος
έτοιμος να κοιταχτώ
΄εχω τόσα μίλια ακόμα να πάω
έχω ακόμα χιλιάδες υποσχέσεις να κρατήσω
δεν είμαι έτοιμος
αλλά και αν ανέτοιμος πρέπει ως έτοιμος από καιρό να δράσω ή αντιδράσω
αφήνω εδώ μπόλικες πέτρες και σήματα και αλφάβητα
μισός ερείπια μισός σπαράγματα
δεν είμαι έτοιμος
όσο ο καιρός δεν είναι έτοιμος να κοιταχτεί
δεν θα είμαι έτοιμος κι εγώ
η μονάδα ανάλυσης του χρόνου
για αυτό απευθύνω το αίνιγμα αυτό στον καιρό
Κι η ποίηση κλεφτή ματιά ας χαράξει
Βαγγέλης Ι.
Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 11:59:00 πμ
Ο/Η Πόλυ είπε...
Οι πιο σπουδαίες συναντήσεις είναι οι μυστικές.
Ιδιαιτέρως αυτές που συμβαίνουν στα ποιήματα.
Κάποια ποιήματα γράφονται για να τις κάνουν δυνατές.
Και ο άλλος «Παράδεισος», που λέγαμε, για να συναντήσει εκείνος επί τέλους τη Βεατρίκη του…
Σάββατο, Μάϊος 16, 2009 4:40:00 μμ
Ο/Η Γιώργος Χ είπε...
Υπέροχε μπελά
Χαίρομαι που ο δρόμος και ο δικός μας και του χρόνου φαίνεται ανοιχτός κι ας μην συναντιόμαστε ' ίσως περισσότερη σημασία έχει να μπορούμε να βαδίζουμε κι ας έχουμε ανεπαίσθητη επικοινωνία!
Το τείχος,βλέποντάς το θετικά, δεν είναι εμπόδιο ' είναι μέτρο του ύψους της ύπαρξής μας και οδηγός του δρόμου για να μην πω "οδικός χάρτης" και παρεξηγηθώ.
Το ρεύμα του αέρα που ακολουθεί την οροφή του τείχους είναι η ελευθερία και μπορούμε να τη δούμε λίγες στιγμές στη ζωή μας και για δευτερόλεπτα όταν γινόμαστε ηρωϊκοί επειδή αρνούμαστε να προσαρμοστούμε.
Δευτέρα, Μάϊος 18, 2009 11:55:00 μμ
Ο/Η zVyk είπε...
Τι θλιμμένο που είναι... και πόσο όμορφο...
Τρίτη, Μάϊος 19, 2009 6:08:00 μμ
Ο/Η just me είπε...
Το ξέρω, είναι αγένεια να μην απαντάς στα σχόλια που σου γράφουν οι συν(τροφοι)μπλόγκερ ξοδεύοντας, από το υστέρημά τους, πολύτιμο χρόνο, κόπο και ενδιαφέρον
Αγένεια είναι όμως, σύμφωνα με τον προσωπικό μου συναισθηματικό κώδικα, και να τα στριμώχνεις με το ζόρι αυτά στην προκρούστεια κλίνη της τυπολατρίας και του εκάστοτε savoir-vivre.
O Μάιος είναι ο μήνας _το κατώφλι προς ένα ακόμη/ένα λιγότερο καλοκαίρι της ζωής μου_ που με καθηλώνει και με σωπαίνει.
Ξαναδιαβάζω τον "Καινό Διαιρέτη" και παρακολουθώ υπνωτισμένη τη λεπτή συρτή γραμμή, ψευδαισθητικά ακίνητη και σταθερή, να ενοποιεί τον χρόνο. Μέχρι που επεμβαίνει ξανά η αναπόδραστη κανονικότητα της ζωής, ο καιρός σφυρίζει δηκτικά μέσα από μια τρύπα του τείχους, ο μέλλων ξαναγίνεται συντελεσμένος και έχει έρθει η ώρα να σπάσω τη συνωμοτική σιωπή μου και "να βγω από το ποίημα", εκεί έξω που μπορεί να είναι και το εδώ μέσα αλλά ως έξω προς τον Άλλο, έξω της ανταλλαγής, του εσύ/εγώ. Του εμείς. Φέτος, όπως πέρυσι, όπως _μακάρι_ και του χρόνου. Μέσα στην ατέρμονη πανομοιότητα. Ανάμεσα στις κλεφτές ματιές του καθενός μας πάνω από το τείχος.
Τα λέμε...
Πέμπτη, Μάϊος 21, 2009 11:10:00 πμ
Ο/Η ritsmas είπε...
Πολύ όμορφα το θέτεις αυτό το αδιαίρετο στον καινό διαιρέτη
Πέμπτη, Μάϊος 21, 2009 11:59:00 πμ
Ο/Η βαγγελης ιντζιδης είπε...
Aγαπητή φίλη
το σχόλιό σου προς απάντησή μας
ένα θαυμάσιο κείμενο
Σκέφτομαι αυτό το καινό στον διαιρέτη και δηλώνω απόλυτα αδαής
΄Εχοντας εξασφαλίσει την προϋπόθεση κάθε χειραφέτησης, το να είσαι, δηλαδή, αδαής,προσπαθώ να κατανοήσω τι είναι εκείνο που χρειάζεται να διαιρεθεί ή από την άλλη τι είναι εκείνο που επαληθεύεται δια του πολλαπλασιασμού. Μετά λέω πως μάλλον αυτά είναι εξυπνάδες ενός αναλφάβητου όπως εγώ. Και πως δεν έχω κατακτήσει ακόμη το αλφάβητο εκείνου του αθέατου κειμένου γύρω από το οποίο κάθε λογοτεχνία διερωτάται για τον εαυτό της πως αλλιώς θα μπορούσε να είναι.
Χαίρομαι πάντως που άλλοι ποιητές το έχουν καταφέρει. Και προσκομίζουν βέβαιοι το καινό αλλά και το διαιρέτη για την μοιρασιά των πραγμάτων.
Παραμένοντας ακόμη ένα περιττό - ενδεχομένως, και για αυτό - βραχύβιο- αναλφάβητο υβρίδιο διαβάζω ξανά και ξανά το ποίημα αυτό καθώς και τη συλλογή μέρος της οποίας αποτελεί.
Δεν καταλαβαίνω...και ετοιμάζω τον εαυτό του για έναν πόλεμο με την κατανόηση που νόμιζα πως είχα αφήσει πίσω μου.
Λυπάμαι που ακόμη δεν έχω καταφέρει να σταθώ στο ύψος του τείχους.
Μέχρι τώρα πήγαινα μέχρι εκεί για να δω τι διακρίνει τη ζωή από τη μηζωή κι ίσως καμιά φορά για να κρύψω το πρόσωπό μου από το προσωπείο του θεού.
Ας είναι η ποίηση
η ποίηση
και όχι το ποίημα
ανασαίνει το ύστατο
Με Χαιρετισμούς αγαπημένους
σε καληνυχτώ
Ο φίλος
Βαγγέλης Ι.
Παρασκευή, Μάϊος 22, 2009 10:11:00 μμ
Πέμπτη, Μαΐου 07, 2009
Άσκησις η αισχυντηλή
Mια έτοιμη άσκηση (άσκησις η αισχυντηλή∙ γιατί γνωρίζει, χωρίς να έχει συναντηθεί με αυτό, ότι υπάρχει " εκεί έξω" το ολοκληρωμένο έργο τέχνης: η μετάφραση του Διονύση Καψάλη _στον οποίο οφείλεται ευγνωμόνως η γνωριμία με το πρωτότυπο ποίημα).
Ετοιμασίες για τα γενέθλια της Μικρής Πριγκίπισσας.
Γενέθλιο του Γιοχάνες Μπραμς (μ' όλο που, το' πα και τις προάλλες, απεχθάνομαι την "κατανάλωση" των επετείων).
Τι θα μπορούσαν να συνθέσουν όλα αυτά στο μίξερ μιας ανεξέλεγκτης
διάθεσης να "ειπωθεί" κάτι _όχι το ανείπωτο, κάτι όμως που θα το υποκαθιστά, κάτι σαν καραμέλα για το κόψιμο του καπνίσματος ένα πράγμα;
Johannes Brahms (May 7, 1833 - April 3,1897)
Frost at Midnight
Παγωνιά τα μεσάνυχτα
H παγωνιά επιτελεί το μυστικό της έργο,
αβοήθητη απ’ τον άνεμο∙ και να! η κουκουβάγια
φωνάζει δυνατά∙ ξανά! πιο δυνατά από πρώτα.
Στο σπίτι, όλοι αναπαύονται αφήνοντάς με μόνο
στη μοναξιά που πάει μαζί με σκέψεις μπερδεμένες∙
ωστόσο έχω συντροφιά: στην κούνια εδώ κοντά μου
κοιμάται ήρεμα και βαθιά ο μικρός μου γιος.
Όλα είναι τόσο ήσυχα, που λες και διαταράσσει
η ίδια η απόλυτη σιγή τις διαδρομές της σκέψης.
Παράξενη σιγή! Βουνό, θάλασσα, δάσος και όλο
τούτο το χωριό! Βουνό, θάλασσα, δάσος
κι ο κόσμος με τις καθημερινές δοσοληψίες,
αθόρυβες σαν όνειρα! Η ισχνή γαλάζια φλόγα
σιγοκαίει στο τζάκι μου χωρίς διόλου να τρέμει∙
κι η αιθάλη που αναρριπίζεται στη σχάρα,
το μόνο πράγμα που δεν ησυχάζει απόψε,
μου φαίνεται, καθως μες στη σιωπή κινείται,
όμοια με μένα ζωντανή κι εκείνη,
και γίνεται έτσι ευχάριστη παρέα,
που κάθε της καπρίτσιο το άεργο Πνεύμα
το ερμηνεύει όπως βολεύει, καθώς ψάχνει
παντού για το είδωλο ή για την ηχώ του,
και έχει για παιχνίδι του τη Σκέψη.
............................................................Κι όμως, συχνά,
πόσο συχνά, ευκολόπιστος, στα σχολικά μου χρόνια
ατένιζα επίμονα τη σχάρα της εστίας
γυρεύοντας σημάδια ενός απρόσμενου επισκέπτη
κι ονειρευόμουνα γλυκά με μισάνοιχτο στόμα
το γενέθλιο τόπο μου και την παλιά εκκλησία,
με τις καμπάνες , των φτωχών τη μουσική, να ηχούν
βράδυ πρωί, τις γιορτινές ημέρες, τόσο γλυκά
που με ξεσήκωναν και στοίχειωναν το νου μου
με άγρια χαρά και ο ήχος τους μες στ’ αυτιά μου
έφτανε σαν προμήνυμα όσων θ’ ακολουθούσαν!
Έτσι αποκοιμιόμουνα, καθώς οι ονειροπολήσεις,
γαλήνιες σα νανούρισμα, νέα όνειρα γεννούσαν !
Κι έτσι μελαγχολούσα το επόμενο πρωί
και τρέμοντας μπρος στ’ αυστηρό πρόσωπο του δασκάλου,
χωρίς να βλέπω, κάρφωνα τα μάτια στο βιβλίο:
εκτός και αν μισάνοιγε η πόρτα και κοιτούσα
στα κλεφτά, μα έφτανε η καρδιά μου να σκιρτήσει,
γιατί ακόμα έλπιζα να δω έναν επισκέπτη,
συγχωριανό ή συγγενή, ή την αγαπημένη
αδελφή, συντρόφισσά μου στα νηπιακά παιχνίδια.
Αγαπημένο μου μωρό, που δίπλα μου κοιμάσαι,
και μόλις που ακούγεται η απαλή σου ανάσα
μες στη βαθιά ησυχία, καθώς γεμίζει τα σκόρπια
κενά και τα προσωρινά διαλείμματα της σκέψης!
Μωρό μου τόσο όμορφο, που σκιρτά η καρδιά μου
με γλύκα και αγαλλίαση, έτσι όπως σε κοιτάζω
και σκέφτομαι ότι εσύ τόσο πολλά θα μάθεις,
σε τόσο πολλά μέρη! Γιατί εγώ μεγάλωσα
στην πόλη, φυλακισμένος μέσα σε μουντές στοές
κι άλλη ομορφιά δεν είδα από τον έναστρο ουρανό.
Μα εσύ, μωρό μου, σαν αεράκι θα περιπλανιέσαι
δίπλα σε λίμνες κι αμμουδιές, σ’ απόκρημνες χαράδρες
βουνών αρχαίων και κάτω από σύννεφα μεγάλα
που φτιάχνουν με τον όγκο τους και λίμνες κι αμμουδιές
και ορεινές χαράδρες: έτσι θα δεις τις εξαίσιες
μορφές και θ’ ακούσεις όλους τους νοητούς ήχους
της γλώσσας της αιώνιας, με την οποία μιλάει
ο Θεός σου, που απ’ την αιωνιότητα διδάσκει
Εαυτόν στα πάντα και τα πάντα στον Εαυτό του.
Ο μέγας Δάσκαλος του Κόσμου! Αυτός θα πλάσει
το πνεύμα σου και δίνοντάς του θα το κάνει να ζητά.
Έτσι, όλες οι εποχές θα είναι γλυκές για σένα,
είτε το καλοκαίρι ντύνει ολόκληρη τη γη
με πρασινάδα, είτε ο σπουργίτης κελαηδά επάνω
στο γυμνό και χιονισμένο κλωνάρι της μηλιάς
ενώ η αχυροσκεπή καπνίζει στη λιακάδα∙
είτε κυλούν οι στάλες απ’ το γείσωμα της στέγης
κι ακούγονται μονάχα όταν ο άνεμος κοπάζει,
είτε τελώντας το μυστικό της έργο η παγωνιά
τις αναρτά ψηλά σε σιωπηλούς κρυστάλλους
που λαμπυρίζουν ήσυχα στο ήσυχο φεγγάρι.
Λίγοι στίχοι την ημέρα
ανάγνωση του Frost at midnight από τον Nigel Planer
Bιντεοκλίπ από την ταινία Pandaemonium του Julien Temple, η οποία αναφέρεται στη ζωή του Coleridge.



