Obsessed, bewildered by the shipwreck of the singular, we have chosen the meaning of being numerous (George Oppen)
Δευτέρα, Δεκεμβρίου 31, 2007
Περιμένοντας...
Ένας μουσουδάκος που περιμένει κι αυτός τους δικούς του δεμένος σ’ ένα θάμνο με κοιτάζει με υγρό, καλεστικό βλέμμα, ωστόσο πισωπατά όταν κινούμαι προς το μέρος του. Είναι ήρεμος αλλά επιφυλακτικός _ανήκει αλλού· λαχταράω να τον χαϊδέψω, αλλά είμαι δειλή _δεν θα τον πλησιάσω άλλο. Το χάδι μου μετεωρίζεται και εξαχνώνεται στην παγωμένη ατμόσφαιρα (πότε χάνεται ένα χάδι, όταν δεν το δώσεις ή όταν δεν το φανταστείς καν;)
Aκόμη κι οι ματαιώσεις μου, απόψε, έχουν άρωμα κυκλάμινου και γεύση σοκολάτας, και περιμένουν με γαλήνη και γενναιότητα να συναντήσουν έναν ακόμη «καινούργιο» χρόνο, όπου (το 'γραψα, θυμάμαι, και πέρυσι!), τίποτα δεν (θα) έχει αλλάξει, τίποτα δεν (θα) είναι όπως παλιά.
(Θα ‘ταν πάνω κάτω την ίδια ώρα που εκείνη η γυναίκα πηδούσε στα παγωμένα νερά του Ισθμού αγκαλιά με τον τρίχρονο γιο της. Άραγε με ποιον τρόπο η δική της μοναξιά ήταν εφιαλτική αντί για μαγική, τι γεύση και τι μυρωδιά είχαν οι δικές της ματαιώσεις; Ποια ήταν η τελευταία σκέψη στο μυαλό της, η τελευταία εικόνα στα μάτια της, πριν από το απελπισμένο, το τρελό, το τραγικά γενναίο, το άγριο, το φονικό άλμα; Τι υπήρξε πιο δυνατό _η βία, η αποξένωση, η αρρώστια;_ από τη θέρμη του παιδικού στήθους πάνω στο δικό της, ποιο ανεκπλήρωτο τόσο αβάσταχτο που ακύρωνε την εκπλήρωση της δημιουργημένης Ζωής; Πότε έπαψε αμετάκλητα να περιμένει το Καινούργιο από τον Χρόνο; )
Και ξαφνικά νιώθω περιούσια _μ' αυτά που έχω· μ' αυτά που "έχω"· μ' αυτά που δεν έχω, από επιλογή μου έστω και ασυνείδητη. Και ευγνώμων _στην Tύχη; στη στατιστική;_ που μου επιτρέπουν να είμαι "ακόμη ζωντανή, στη σκηνή" και να διαπράττω (ακόμη) ατιμώρητη την ύβρι να περιμένω από την πραγματική ζωή το άχρονο παραμύθι.
Καλή _ολοκαίνουργια_ χρονιά!
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 20, 2007
Silent night...
Πέμπτη, Δεκεμβρίου 06, 2007
The rest is silence
Where I recall the memories
That gripped me
And pinned me down
I go to these places
Intending to think
To think of nothing
No anticipate
And somehow expect
You'll find me there
That by some miracle
You'd be aware
|
I'd risen this morning
Determined to break
The spell of my longing
And not to think
I freed myself from my family
I freed myself from work
I freed myself
I freed myself
And remained alone
And in my thinking
Steal you away
Though you never wanted me
Anyway
Silence
Silence...
(PJ Harvey, White Chalk, "Silence")
Ας πούμε... τυχαία επιλογή, από ένα άλμπουμ που μου ασκεί μια σκοτεινή και απρόσμενη γοητεία.
The rest is silence.
Σάββατο, Δεκεμβρίου 01, 2007
Christmas time is here!
Αν είναι να παραδοθώ ταπεινωτικά γι' αλλη μια φορά στο ακατανίκητο, ως φαίνεται, "πνεύμα των Χριστουγέννων", ας προβάλλω τουλάχιστον τις πολιτικά ορθές αντιστάσεις μου, κάτι σαν την γκρίνια του γλυκού μου του Τσάρλι Μπράουν. (Κερνάω την "παράσταση", αν η Nερίνα "βάλει" τα μελομακάρονα για το διάλειμμα, και πάω να κατεβάσω τα στολίδια, η εν πολλαίς ιδεολογικαίς παραχωρήσεις περιπεσούσα αμφισβητίας, γιατί το ασυγκράτητο έτερον "οικιακό πνεύμα" κοντεύει να περιπέσει με τη σειρά του σε σοβαρή κατάθλιψη, αφού δεν έχει σιγουρευτεί ακόμη για τις φετινές εορταστικές προθέσεις μου).
Καλό μήνα και καλά στολίσματα!
Κυριακή, Νοεμβρίου 25, 2007
Une bonne nuit

Your clear eye is the one absolutely beautiful thing.
I want to fill it with color and ducks,
The zoo of the new
Whose name you meditate --
April snowdrop, Indian pipe,
Little
Stalk without wrinkle,
Pool in which images
Should be grand and classical
Not this troublous
Wringing of hands, this dark
Ceiling without a star
Το καθάριο βλέμμα σου είναι η μόνη απόλυτη ομορφιά.
Θέλω να τον γεμίσω με χρώματα και πάπιες,
Τον ζωολογικό κήπο του καινούργιου
Που τ' όνομά του αναλογίζεσαι-
Απριλιάτικε γάλανθε, ινδιάνικη πίπα,
Μικρέ
Μίσχε αρυτίδωτε,
Λιμνούλα που θα 'πρεπε να αντανακλάς
Εικόνες μεγάλες και σπουδαίες
Κι όχι αυτό το αγωνιώδες
Μπλέξιμο των χεριών, αυτό το σκοτεινό
Ταβάνι χωρίς ούτ' ένα αστέρι.
(Αφιερωμένο. Για φυλαχτό...)
Αναγκάστηκα να (ξανα)διαβάσω Σύλβια Πλαθ. Όχι ότι δεν με σαγηνεύει η ποίησή της. Μα είναι σαγήνη σκοτεινή και μαρτυρική, και συνήθως οι στίχοι της (ένας προς έναν) πονάνε σαν χειρουργικό εργαλείο που μπήγεται μέσα σου επιδέξια και ευθύβολα, αλλά χωρίς αναισθητικό. Δεν νομίζω ότι το κυριακάτικο απόγευμα, με το γνωστό context, αντέχει αυτά που αναγκάστηκα να ξαναδιαβάσω.
Ωστόσο βρήκα κάπου το παραπάνω, απ' όσο ξέρω ένα από τα λιγότερο "παινεμένα" της, όπου τουλάχιστον υπονοεί, δεν ξεφωνίζει, τη φρίκη που της υποβάλλουν η ευφυΐα, η ευαισθησία, η δημιουργικότητα και η τρέλα (η θεία μανία) με τις οποίες την προίκισαν και την καταράστηκαν οι Μοίρες της, αφήνοντας την αρχετυπική μάνα να εκφράσει με άπειρη τρυφερότητα όλη τη λατρεία και το σπαραγμό για ό,τι πιο πολύτιμο μέλλει (και το ξέρει) ν΄απαρνηθεί εξαιτίας τους.
Πέμπτη, Νοεμβρίου 22, 2007
Dedicated
Steve Bloom, Dedication
Άλλον πίνακα σκόπευα να χρησιμοποιήσω σαν αφορμή για ποστ, αλλά μου θύμισαν το τραγούδι από τo Reflections του Μάνου Χατζιδάκι (το οποίο έτυχε να μου βρίσκεται στην υπέροχη εκτέλεση των Raining Pleasure), βρήκα γκουγκλίζοντας αυτόν που μου ταίριασε, βιάζομαι κιόλας γιατί έχω πολλή δουλειά σήμερα και είπα να θυμηθώ τις "ξεπέτες" μου και να σκαρώσω ένα ποστ χωρίς στόχο, χωρίς νόημα και χωρίς διδακτικό περιεχόμενο.
Just to say "hello"...
Σάββατο, Νοεμβρίου 17, 2007
Out of fashion
Αυτοί δεν είναι οι δρόμοι που γνωρίσαμε
Aλλότριο πλήθος έρπει τώρα στις λεωφόρους
Αλλάξαν και των προαστίων οι ονομασίες
Υψώνονται άσυλα στα γήπεδα και στις πλατείες.
Ποιος περιμένει την επιστροφή σου; Εδώ οι επί-
γονοι
Λιθοβολούν τους ξένους, θύουν σ' ομοιώματα,
Είσαι ένας άγνωστος μες το άγνωστο εκκλησία-
σμα
Κι από τον άμβωνα αφορίζουνε τους ξένους
Ρίχνουνε στους αλλόγλωσσους κατάρες
Εσύ στους σκοτεινούς διαδρόμους χώσου
Στις δαιδαλώδεις κρύπτες που δεν προσεγγίζει
Ούτε φωνή αγριμιού ή ήχος τυμπάνου·
Εκεί δεν θα σε βρουν. Γιαί αν σ΄αφορίσουν
Κάποιοι _αναπόφευκτα_ στα χείλη τους θα
σε προφέρουν
Οι σκέψεις σου θ' αλλοιωθούν, θα σου αποδώ-
σουν
Ψιθυριστά προθέσεις, θα σε υμνήσουν.
Με τέτοιες προσιτές επιτυχίες θα ηττηθείς.
Τεντώσου απορρίπτοντας των λόγων σου την
πανοπλία
Κάθε εξωτερικό περίβλημά σου περιττό
Και της Σιωπής το μέγα διάστημα, έτσι,
Τεντώσου να πληρώσεις συμπαγής.
(Μανόλης Αναγνωστάκης, Τα ποιήματα 1941-1971)
Τα πρώτα χρόνια που έπαψα να πηγαίνω στην πορεία του Πολυτεχνείου (ως σύμβολο της άλλης, της Μεγάλης Πορείας κατά Κούντερα εννοώντας την) καθόμουνα και το διάβαζα, κάθε τέτοια μέρα, και έπειθα τον εαυτό μου ότι εδώ βρισκόταν η απολύτως αιτιολογημένη απάντησή μου στο γιατί. Πάει καιρός πολύς που επιτέλους του ομολόγησα (του εαυτού μου) ότι το ποίημα αποτελούσε προσωπική τοποθέτηση του Αναγνωστάκη και ότι αν πίστευα πως υπήρχε λόγος να απαντήσω εγώ στα δικά μου αδιέξοδα, θα έπρεπε να βρω μια ολόδική μου απάντηση –ή να γράψω ένα ολόδικό μου ποίημα.
Και η απάντηση και το ποίημα περιμένουν ακόμη στα αζήτητα της σύλληψης (κι η ανάγκη να υπάρξουν μου φαίνεται μερικές φορές τόσο μάταιη...)
Αλλά πάλι...
