Παραδόξως, μπορώ να κοιτάζω
πενήντα χρόνια πίσω. Κι εκεί, στην άκρη του βλέμματος,
μια ανθρώπινη ύπαρξη ήδη εντελώς αναγνωρίσιμη,
με τα χέρια πλεγμένα στα γόνατα και τα μάτια
ν’ ατενίζουν το μέλλον με τον τρόμο
και μαζί την απελπισία μιας ψυχής που περιμένει τον αφανισμό.
Να κοιτάζει τυφλά μπροστά, με την έκφραση κάποιου που ατενίζει το απόλυτο σκοτάδι.
Και να σκέφτεται _που σήμαινε, θυμάμαι, τις απόπειρες του μυαλού
να εμποδίσει την αλλαγή.
Οικεία, αναγνωρίσιμη, αλλά ήδη βαθιά μόνη, ήδη απελπισμένη.
Δεν ανταποκρίνεται, κατά την άποψή της, στον ορισμό
του παιδιού, κάποιου που έχει τα πάντα να περιμένει με λαχτάρα.
Έτσι μοιάζουν οι άλλοι· έτσι, επομένως, είναι.
Φλερτάροντας αδιάκοπα με τη φωτογραφική μηχανή, πολλοί απ΄αυτούς
χαμογελώντας πραγματικά με απόλυτη πειστικότητα_
|
Τη θυμάμαι αυτή την ηλικία. Ποτισμένη από αμφισβήτηση κι απέχθεια για τον εαυτό της
και την ίδια στιγμή πλημμυρισμένη με περιφρόνηση για τα κοινά, για το συνηθισμένο· διαρκώς
παραδομένη στη μοναξιά, στη θλιβερή παραμυθία της αντίληψης, σ’ ένα μέλλον
απόλυτα κυριαρχημένο απ’ το τραγικό, που δεν χρησίμευε στην τεράστια επιθυμία
παρά για να το αποκρούσει_
Αυτό είναι το πρόβλημα με τη σιωπή:
δεν μπορεί κάποιος να ελέγξει τις ιδέες του.
Γιατί δεν είναι ιδέες, είναι η αλήθεια.
Όλες οι άμυνες, η πνευματική ακαμψία, το επίμονο
ξεγύμνωμα του καθημερινού για ν’ αποκαλύψει το τραγικό,
στην πραγματικότητα ήταν μόνο αφελής αντίληψη του κόσμου.
Εννοώντας το μερικό, το μεταβαλλόμενο, το ρευστό_
όλα όσα αποκλείει το απόλυτο. Καθόμουν στο σκοτάδι, στο σαλόνι.
Τα γενέθλια είχαν τελειώσει. Αναλογιζόμουν, φυσικά, τον χρόνο.
Θυμάμαι το πώς, σχεδόν ταυτόχρονα,
η καρδιά μου σκίρτησε περιχαρής και κατέρρευσε
μέσα σε οδυνηρή αγωνία. Το σκίρτημα_ το μισό που δεν μέτρησα_
αυτό ήταν η ευτυχία· να τι σήμαινε η λέξη.
Λουίζ Γκλικ
(ΥΓ. Για το κουραστικό παιχνιδάκι με τις αποχρώσεις της γραμματοσειράς φταίει ο Blogger, που επέμενε να έχει άποψη για το "σπάσιμο" των στίχων.)
